Κυριακή, 19 Απριλίου, 2026

Για δύο στους τρεις η κρίση της περασμένης δεκαετίας δεν πέρασε ποτέ

Του Ζώη Μαρίνου

ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ, πολύ πριν την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και τις αλυσιδωτές οικονομικές επιπτώσεις της, το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπο μ’ ένα θεμελιώδες ερώτημα.

Και μ’ ένα μετέωρο ερώτημα που αν δεν απαντηθεί, αναντίρρητα θα καθορίσει την εκλογική στάση πολλών εξ ημών, όποτε γίνουν οι επόμενες εθνικές εκλογές.

Κάποιοι τις τοποθετούν περί τα τέλη αυτού του καλοκαιριού, άλλοι περί τα τέλη του χρόνου ενώ οι περισσότεροι επιμένουν ότι όταν ο Κ. Μητσοτάκης μιλά για εξάντληση της τετραετίας το εννοεί, άρα κάλπες την άνοιξη του 2027. 

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ μένει εκκρεμές έχει πολλές όψεις. Αν, όμως, έπρεπε να στριμωχτεί σε μια φράση αυτή πιθανότατα θ’ αναφερόταν στην εξαίρεση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού απ’ την οικονομική άνοιξη που επαγγέλλεται η κυβέρνηση.

Εξαίρεση ορατή, αποτυπωμένη σε αριθμούς και στατιστικά μεγέθη και υπαίτια για τις συνεχώς διογκούμενες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.

Δεν πρόκειται για ενδημική γκρίνια αλλά για πραγματικότητα στην οποία έχουν παγιδευτεί κοντά τρία στα τέσσερα νοικοκυριά στη χώρα.

ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ, η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση, η στεγαστική κρίση, η όλο και απαιτητικότερη οικονομικά καθημερινότητα είναι η μια πλευρά των πραγμάτων.

Η άλλη είναι η εικόνα που αναδίδει η λεγόμενη «αγορά εργασίας». Εδώ τα στατιστικά δεδομένα είναι αμείλικτα και δεν μπαίνουν σε κανένα κάδρο εξωραϊσμού. Έχουμε και λέμε. Σήμερα, κοντά 700.000 μισθωτοί αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Ο ΟΠΟΙΟΣ ΝΑΙ ΜΕΝ αυξήθηκε -όπως πρόσφατα- αλλά ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της κυβερνητικής πολιτικής αναγνωρίζουν ότι σε νορμάλ συνθήκες ένας κατώτατος μισθός δεν φτάνει ούτε για τα έξοδα του 15ημέρου μιας τετραμελούς μέσης οικογένειας.

Συνεχίζουμε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Αρχής, πάνω από το 60% των μισθωτών έχει αποδοχές κάτω από 1.000 ευρώ το μήνα.

ΚΑΙ ΛΕΜΕ «ΕΧΟΥΝ» και όχι «δηλώνουν» γιατί με την δραστική περιστολή της παραοικονομίας, λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να κρύψουν για πολύ τα πραγματικά τους εισοδήματα.

Άρα, η εικόνα αυτή αν δεν είναι απολύτως ακριβής, είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Συνεπώς, μιλάμε για εκατομμύρια Ελλήνων που το βιοτικό τους επίπεδο βαθμολογείται μετριότατο έως κακό, εξ ου και το ποσοστό 67% υποκειμενικής φτώχειας που κατέγραψε η Eurostat στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο. Το υψηλότερο στην Ευρώπη.

ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΟΔΑ, στην ίδια έρευνα της Eurostat ένα 33% των Ελλήνων, κυρίως άνθρωποι μέσης ηλικίας, αυτοπροσδιορίζονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση και πάντως δεν αισθάνονται φτωχοί. 

Γεγονός που -παρά την αυθαιρεσία του συλλογισμού- σημαίνει ότι αυτό το τμήμα της κοινωνίας έχει την άνεση -ή έτσι δηλώνει- για συχνές βραδινές εξόδους, για αγορά καλού Ι.Χ., για τριήμερα στο βουνό, για τακτική ανανέωση της γκαρνταρόμπας και ούτω καθεξής.

ΩΣΤΟΣΟ, ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ που λέγαμε στην αρχή δεν απαντάται πειστικά. Ούτε απ’ την κυβέρνηση, ούτε απ’ την αντιπολίτευση. Πως θα γεφυρωθούν οι ανισότητες;

Πως θα βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο χαμηλοσυνταξιούχων και χαμηλόμισθων;

Ποια πολιτική, μετρήσιμη και εφαρμόσιμη, θα προτάξει μια κάποια εισοδηματική δικαιοσύνη;

Πως τα όποια οφέλη απ’ την ανάκαμψη της οικονομίας θα διαχυθούν σ’ όλα τα στρώματα;

Πέρασαν ήδη αρκετά χρόνια απ’ την έξοδο της χώρας απ’ τα Μνημόνια αλλά για πολλούς είναι σαν η κρίση να μην πέρασε ποτέ. 

Don't Miss