Το Ελληνικό Δημόσιο επιστρέφει σήμερα στις αγορές με επανέκδοση 10ετούς ομολόγου, αξιοποιώντας τη χαμηλή επιβάρυνση του χρέους, τα ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα και τη θετική εικόνα των ελληνικών τίτλων πριν τη νέα κίνηση της ΕΚΤ στα επιτόκια
Λίγες ώρες πριν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανοίξει νέο κύκλο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής, το Ελληνικό Δημόσιο ετοιμάζεται να επιστρέψει στις διεθνείς αγορές, επιδιώκοντας να κεφαλαιοποιήσει το θετικό επενδυτικό κλίμα που συνεχίζει να συνοδεύει τα ελληνικά ομόλογα.
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) ενεργοποίησε τη διαδικασία επανέκδοσης του 10ετούς ομολόγου λήξεως Ιουνίου 2036, αναθέτοντας στις Alpha Bank, Barclays, Citi, Commerzbank, Nomura και Societe Generale τον συντονισμό της συναλλαγής. Η κίνηση εντάσσεται στον προγραμματισμό δανεισμού του πρώτου εξαμήνου του 2026 και έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων παρακολουθούν στενά τις αποφάσεις της ΕΚΤ για τα επιτόκια.
Η συγκεκριμένη έξοδος δεν συνδέεται με άμεση ανάγκη άντλησης κεφαλαίων. Αντίθετα, εντάσσεται στη στρατηγική διατήρησης της ισχυρής παρουσίας της Ελλάδας στις αγορές, της βελτίωσης της ρευστότητας των ελληνικών τίτλων και της περαιτέρω ενίσχυσης της καμπύλης αποδόσεων του ελληνικού χρέους.
Η κυβέρνηση και ο ΟΔΔΗΧ επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη συγκυρία κατά την οποία οι ελληνικοί τίτλοι εξακολουθούν να απολαμβάνουν υψηλή ζήτηση από διεθνείς επενδυτές, παρά το περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων και τη γενικότερη μεταβλητότητα που επικρατεί στην ευρωπαϊκή αγορά κρατικών ομολόγων.
Η ανθεκτικότητα των ελληνικών ομολόγων απέναντι στις πιέσεις των επιτοκίων
Παρά το γεγονός ότι η αγορά προεξοφλεί νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ, οι ελληνικοί τίτλοι συνεχίζουν να επιδεικνύουν αξιοσημείωτη αντοχή. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου κινείται κοντά στο 3,77%, ενώ το spread έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου παραμένει περιορισμένο στις περίπου 78 μονάδες βάσης.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι πριν από λίγα χρόνια η Ελλάδα βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων κινούνταν σε πολλαπλάσια επίπεδα. Σήμερα, οι αγορές αξιολογούν διαφορετικά το ελληνικό ρίσκο, αναγνωρίζοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα, τις συνεχείς αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας και κυρίως τη μοναδική δομή του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Καθοριστικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους παραμένει κλειδωμένο σε ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και δεν επηρεάζεται άμεσα από τις διακυμάνσεις των αγορών. Έτσι, η άνοδος των επιτοκίων στην Ευρωζώνη δεν μεταφράζεται αυτόματα σε σημαντική αύξηση του δημοσιονομικού κόστους για την Ελλάδα.
Το μεγάλο πλεονέκτημα: Ένα από τα χαμηλότερα κόστη εξυπηρέτησης στην Ευρώπη
Το στοιχείο που ξεχωρίζει περισσότερο στο ελληνικό προφίλ χρέους είναι το εξαιρετικά χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το εμφανές κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους υποχώρησε το 2025 στο 2,18% από 2,27% το προηγούμενο έτος, παρά τη γενικευμένη άνοδο των επιτοκίων στην Ευρώπη. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα που παρουσιάζει ο ΟΔΔΗΧ, καθώς το πραγματικό ταμειακό κόστος εξυπηρέτησης διαμορφώνεται σημαντικά χαμηλότερα, στο 1,38%, ενώ ακόμη και με την ενσωμάτωση των swaps και των αναβαλλόμενων τόκων των δανείων του EFSF παραμένει στο 1,84%.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη μακρά μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους, τις ευνοϊκές ρυθμίσεις που εξασφαλίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια μέσω των ευρωπαϊκών μηχανισμών στήριξης και τη στρατηγική ενεργητικής διαχείρισης που εφαρμόζει ο ΟΔΔΗΧ.
Την ίδια στιγμή, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν σαφώς υψηλότερες επιβαρύνσεις. Η Ρουμανία εμφανίζει κόστος εξυπηρέτησης 5,2%, η Πολωνία 4,5%, η Τσεχία 3,1% και η Ιταλία 3%, γεγονός που αναδεικνύει τη διαφοροποίηση της ελληνικής περίπτωσης.
Από τα περίπου 400 δισ. ευρώ του δημόσιου χρέους της κεντρικής κυβέρνησης, σχεδόν το 73% ή περίπου 292 δισ. ευρώ αφορά μη διαπραγματεύσιμες υποχρεώσεις προς ευρωπαϊκούς θεσμούς και κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο τμήμα του χρέους παραμένει προστατευμένο από τις αναταράξεις των διεθνών αγορών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη έγκριση από τον ESM και τον EFSF για πρόωρη αποπληρωμή δανείων του Greek Loan Facility (GLF) ύψους 6,94 δισ. ευρώ. Η κίνηση, η οποία θα χρηματοδοτηθεί από τα διαθέσιμα του λεγόμενου «σκληρού μαξιλαριού» ρευστότητας, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πρόωρες αποπληρωμές των τελευταίων ετών και επιβεβαιώνει τη στρατηγική σταδιακής απομείωσης των ακριβότερων υποχρεώσεων του ελληνικού Δημοσίου.
Το μήνυμα που επιχειρεί να στείλει η Αθήνα προς τις αγορές είναι σαφές: παρά το διεθνές περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων, η Ελλάδα συνεχίζει να διαθέτει ένα από τα πιο διαχειρίσιμα προφίλ χρέους στην Ευρώπη, διατηρώντας ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα, χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές με όρους που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητοι.
Διαβάστε επίσης: Στο 3,70% η απόδοση του 10ετους ομολόγου στη σημερινή δημοπρασία ΟΔΔΗΧ

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ