Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2026

Γερμανία: Και τώρα τι θα γίνει με τον Μερτς;

Μετά το εκλογικό σοκ σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ο Γερμανός καγκελάριος δηλώνει ότι παραμένει στη θέση του. Όμως στο εσωτερικό του CDU η συζήτηση για την επόμενη ημέρα έχει ήδη ανοίξει

Ο Φρίντριχ Μερτς δεν παραιτείται. Δεν δείχνει, τουλάχιστον προς το παρόν, διατεθειμένος να ανοίξει συζήτηση για την αποχώρησή του και επιμένει ότι η κυβέρνησή του πρέπει να συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα.

Όμως μετά τα αποτελέσματα σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το πολιτικό ερώτημα στη Γερμανία έχει αλλάξει: όχι πλέον αν ο καγκελάριος πιέζεται, αλλά πόσο χρόνο έχει για να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις αποτέλεσαν ένα ιδιαίτερα σκληρό μήνυμα για το CDU. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία οι Χριστιανοδημοκράτες έμειναν για πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας κάτω από το όριο του 5% και δεν κατάφεραν να μπουν στο τοπικό κοινοβούλιο.

Η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με 38,2%, ενώ το SPD της Μανουέλα Σβέζιγκ κατέγραψε 35,5%.

Στο Βερολίνο, η εικόνα ήταν επίσης δυσμενής για το CDU. Η Αριστερά της Ελίφ Εράλπ αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με 25,7%, καταγράφοντας το καλύτερο αποτέλεσμα στην ιστορία της στο Βερολίνο, ενώ τα κυβερνητικά κόμματα CDU και SPD υπέστησαν σημαντικές απώλειες.

Το αποτέλεσμα ήταν αρκετό για να επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την πολιτική τύχη του Μερτς.

«Δεν τίθεται θέμα αλλαγής προσώπου»

Ο ίδιος ο καγκελάριος επιχείρησε να κλείσει αμέσως αυτή τη συζήτηση. Παραδέχθηκε ότι τόσο η ομοσπονδιακή πολιτική όσο και η προσωπικότητά του έπαιξαν ρόλο στα αρνητικά αποτελέσματα, αλλά υποστήριξε ότι οι αιτίες της εκλογικής ήττας είναι ευρύτερες από το δικό του πρόσωπο.

Και κυρίως έστειλε ένα σαφές μήνυμα. Δεν υπάρχει, όπως είπε, ζήτημα αλλαγής καγκελαρίου.

Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία. Η ARD εκτιμά ότι ο Μερτς επιχειρεί ουσιαστικά να «κερδίσει χρόνο». Μέχρι τον Απρίλιο του 2027 δεν υπάρχουν προγραμματισμένες νέες εκλογές κρατιδίων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέο εκλογικό σεισμό στο CDU.

Το επιτελείο του ελπίζει ότι μέχρι τότε η οικονομία θα δώσει καλύτερες ειδήσεις και ότι οι κυβερνητικές επενδύσεις θα αρχίσουν να γίνονται αισθητές στην καθημερινότητα των πολιτών.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για την επόμενη φάση. Ο Μερτς δεν έχει μπροστά του μια άμεση εκλογική αναμέτρηση που να τον υποχρεώνει να εγκαταλείψει την εξουσία. Έχει όμως μπροστά του μια δύσκολη μάχη μέσα στην ίδια του την παράταξη.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι αριθμοί – είναι η εμπιστοσύνη

Οι αναλύσεις των γερμανικών μέσων δείχνουν ότι το πρόβλημα του Μερτς δεν περιορίζεται στις απώλειες του CDU. Αφορά πλέον και την εικόνα που έχει διαμορφωθεί γύρω από την ηγεσία του.

Στη Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, έρευνα της infratest dimap έδειξε ότι το 58% θεωρεί ότι η κριτική προς τον Μερτς δεν είναι υπερβολική, ενώ σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων δηλώνει ότι θα μπορούσε να εξετάσει την ψήφο στο CDU εάν ο Μερτς δεν ήταν καγκελάριος. Μεταξύ των ψηφοφόρων του SPD το ποσοστό αυτό έφθασε το 40%.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το CDU. Δείχνει ότι ένα μέρος του προβλήματος μπορεί να συνδέεται όχι μόνο με την πολιτική του κόμματος, αλλά και με την προσωπική εικόνα του καγκελαρίου.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη συζήτηση στο εσωτερικό της Ένωσης πιο περίπλοκη.

Το CDU δεν θέλει, προς το παρόν, να ανοίξει την πόρτα

Παρά την ένταση, οι οκτώ πρωθυπουργοί κρατιδίων του CDU είχαν ήδη πριν από τις εκλογές τοποθετηθεί υπέρ της αποφυγής μιας συζήτησης για αλλαγή ηγεσίας και δήλωσαν ότι θέλουν να συνεργαστούν με τον Μερτς.

Και μετά το εκλογικό αποτέλεσμα η κομματική ηγεσία κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση, παρέχοντας πολιτική κάλυψη στον καγκελάριο, ενώ το CDU προσπαθεί να βρει απαντήσεις για το πώς θα αντιμετωπίσει την εκλογική του υποχώρηση.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η συζήτηση έχει τελειώσει. Γερμανικές αναλύσεις είχαν ήδη καταγράψει πριν από τις εκλογές αυξανόμενες συζητήσεις στους κόλπους της CDU για την πολιτική τύχη του Μερτς και πιθανά σενάρια διαδοχής.

Το βασικό εμπόδιο για οποιαδήποτε άμεση αλλαγή είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή ένας προφανής και απολύτως συμφωνημένος διάδοχος. Ονόματα όπως του πρωθυπουργού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας Χέντρικ Βουστ και του πρωθυπουργού της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ έχουν συζητηθεί, αλλά μια τέτοια εξέλιξη θα άνοιγε μια πολύ μεγαλύτερη εσωκομματική σύγκρουση.

Και το SPD αρχίζει να πιέζει

Ο δεύτερος πυλώνας της κυβέρνησης, το SPD, βρίσκεται επίσης σε δύσκολη θέση. Ο αρχηγός του κόμματος και αντικαγκελάριος Λαρς Κλινγκμπάιλ παραδέχθηκε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίσει «ως έχει».

Το μήνυμα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή η κυβέρνηση Μερτς καλείται να προχωρήσει σε δύσκολες μεταρρυθμίσεις, μεταξύ άλλων στο συνταξιοδοτικό και στις κοινωνικές δαπάνες.

Η Μανουέλα Σβέζιγκ, από την άλλη πλευρά, κατάφερε στη Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία να κρατήσει το SPD πολύ ψηλότερα από ό,τι προέβλεπαν οι προηγούμενες μετρήσεις. Αναλύσεις της ARD αποδίδουν σημαντικό μέρος της επίδοσης αυτής στην προσωπική της απήχηση, ενώ ταυτόχρονα καταγράφουν ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση έπληξε ιδιαίτερα το CDU.

Έτσι, ο Μερτς βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα διπλό πρόβλημα: πρέπει να κρατήσει ενωμένο το CDU, αλλά ταυτόχρονα να πείσει το SPD ότι οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης μπορούν να συνεχιστούν χωρίς να οδηγήσουν σε νέα πολιτική κρίση.

Η AfD βλέπει ευκαιρία

Την ίδια ώρα, η AfD επιχειρεί να μετατρέψει την εκλογική άνοδο σε στρατηγική πίεση προς το CDU.

Η Αλίς Βάιντελ υποστηρίζει ότι η AfD έχει ουσιαστικά αντικαταστήσει το CDU ως «λαϊκό κόμμα» σε τμήματα της χώρας και επαναφέρει την απαίτηση για τερματισμό της λεγόμενης «Brandmauer», δηλαδή της πολιτικής αποφυγής συνεργασίας των Χριστιανοδημοκρατών με την AfD.

Η εκλογική εικόνα δείχνει πάντως ότι η πίεση αυτή δεν είναι θεωρητική. Η AfD κατέγραψε 38,2% στη Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και ενίσχυσε σημαντικά τη θέση της και στο Βερολίνο. Η ARD επισημαίνει ότι η άνοδος της AfD συνδέεται με τη γενικότερη δυσαρέσκεια και απογοήτευση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Για το CDU, επομένως, το δίλημμα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο: από τη μία πλευρά βρίσκεται η πίεση για πιο σκληρή πολιτική στα θέματα που κινητοποιούν ψηφοφόρους της AfD και, από την άλλη, η μέχρι τώρα επιλογή της ηγεσίας να διατηρεί τη διαχωριστική γραμμή από το κόμμα.

Το Βερολίνο ανοίγει και άλλη μεγάλη σύγκρουση

Η νίκη της Αριστεράς στο Βερολίνο προσθέτει ένα ακόμη πρόβλημα στην ατζέντα του Μερτς.

Η Ελίφ Εράλπ έκανε την πολιτική της κατοικίας ένα από τα βασικά σημεία της προεκλογικής της εκστρατείας και τάχθηκε υπέρ της κρατικοποίησης μεγάλων συγκροτημάτων κατοικιών. Ο Μερτς απάντησε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα κινηθεί νομοθετικά ώστε να μην προχωρήσουν απαλλοτριώσεις κατοικιών.

Παράλληλα, ο καγκελάριος έθεσε ζήτημα αντισημιτισμού, προκαλώντας αντιδράσεις από την Αριστερά, η οποία απέρριψε τις γενικεύσεις και τόνισε ότι στο κόμμα υπάρχει «κόκκινη γραμμή» απέναντι στον αντισημιτισμό.

Έτσι, η επόμενη περίοδος στη Γερμανία δεν θα είναι μόνο μάχη για την οικονομία και το κοινωνικό κράτος. Θα είναι και μάχη για το ποια πολιτική κατεύθυνση θα επικρατήσει απέναντι στην άνοδο των πολιτικών άκρων.

Και τώρα τι θα γίνει με τον Μερτς;

Το άμεσο σενάριο που προκύπτει από τις σημερινές ενδείξεις και τις γερμανικές αναλύσεις δεν είναι μια άμεση αποχώρηση του καγκελαρίου.

Ο Μερτς επιμένει ότι θα παραμείνει και οι ηγεσίες των κρατιδίων του CDU έχουν μέχρι στιγμής στηρίξει την παραμονή του.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κρίση έχει τελειώσει.

Ο Μερτς κέρδισε χρόνο, όχι λευκή επιταγή.

Τώρα θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει τις εξαγγελίες σε αποτελέσματα. Στην οικονομία, στις μεταρρυθμίσεις, στο κοινωνικό κράτος και κυρίως στην καθημερινότητα των Γερμανών.

Αν αυτό συμβεί, η σημερινή κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε μια δύσκολη αλλά διαχειρίσιμη φάση για τον καγκελάριο. Αν όμως η κυβέρνηση συνεχίσει να εμφανίζεται διχασμένη, ενώ το CDU εξακολουθεί να χάνει ψηφοφόρους προς διαφορετικές κατευθύνσεις, τότε η συζήτηση για την ηγεσία του Μερτς δύσκολα θα παραμείνει κλειστή.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από τις εκλογές: το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν ο Μερτς μπορεί να μείνει καγκελάριος. Είναι αν μπορεί, παραμένοντας καγκελάριος, να ξανακερδίσει την πολιτική πρωτοβουλία.

Διαβάστε επίσης:


Don't Miss