Σάββατο, 18 Ιουλίου, 2026

Ασαφές πολιτικό τοπίο αλλά σαφής βούληση για σταθερότητα!

Βρισκόμαστε σε τροχιά προεκλογικής περιόδου παρότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μας διαβεβαιώνει για τον αντίθετο. Το τοπίο των πολιτικών ισορροπιών στη χώρα παραμένει νεφελώδες και ασαφές.

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Η Αριστερά στην Ελλάδα έχει πλέον χάσει την ενιαία της μορφή. Ο Η ελληνική πολιτική σκηνή μοιάζει σήμερα με ένα πεδίο όπου οι παλιές βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει και νέες δυνάμεις προσπαθούν να βρουν χώρο ανάμεσα στα ερείπια.

Η Αριστερά έχει διαλυθεί σε μικρά, συχνά προσωποπαγή σχήματα, ενώ η Δεξιά εμφανίζει φυγόκεντρες τάσεις που απειλούν την παραδοσιακή της συνοχή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, νέα κόμματα όπως η ΕΛΠΙΔΑ της Μαρίας Καρυστιανού και οι Δημοκράτες του Στέφανου Κασσελάκη προσπαθούν να αποκτήσουν ρόλο, ενώ η πιθανότητα δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλοτε ο κεντρικός πόλος της προοδευτικής παράταξης, έχει διαλυθεί σε συνιστώσες που δεν μοιράζονται ούτε κοινό όραμα ούτε κοινή στρατηγική.

Η σφαγη μεταξύ των ιστορικών στελεχών του θυμίζει κωμωδία. Η Νέα Αριστερά, που δημιουργήθηκε ως προσπάθεια ανανέωσης, δεν κατάφερε να αποκτήσει σαφή ταυτότητα και βρέθηκε γρήγορα σε εσωτερικές συγκρούσεις, αποχωρήσεις και οριστική διάλυση.

Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού κινείται ασταθώς, άλλοτε προς μια πιο κοινωνικοκεντρική γραμμή και άλλοτε προς μια ασαφή συντηρητική κατεύθυνση, χωρίς οργανωτική δομή και χωρίς σταθερό εκλογικό ακροατήριο.

Παράλληλα, μικρότερα σχήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς παραμένουν περιθωριακά, αδυνατώντας να εκμεταλλευτούν τη συνολική κρίση του χώρου.

Μέσα σε αυτό το κενό, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να συγκροτήσει έναν νέο φορέα που να υπερβαίνει τα παραδοσιακά όρια της Αριστεράς.

Το φλερτ του με το κέντρο δεν είναι τυχαίο: γνωρίζει ότι ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας έχει αποδυναμωθεί και ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει πειστικό αφήγημα.

Έτσι, το νέο του κόμμα επιχειρεί να συνδυάσει στοιχεία της ριζοσπαστικής παράδοσης με μια πιο πραγματιστική, ευρωπαϊκή κεντροαριστερή προσέγγιση, προσελκύοντας ψηφοφόρους που αναζητούν μια δυναμική αντιπολίτευση.

Στον αντίποδα, η Δεξιά εμφανίζει μια εντυπωσιακή φυγόκεντρη τάση. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει ο κεντρικός πόλος, αλλά η φθορά δύο συνεχόμενων κυβερνητικών θητειών, τα σκάνδαλα και η κοινωνική κόπωση έχουν δημιουργήσει ρωγμές.

Κόμματα όπως του Κυριάκου Βελόπουλου, της Αφροδίτης Λατινοπούλου και άλλων μικρότερων σχημάτων απορροφούν ψήφους από τα δεξιά της Ν.Δ., δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η αυτοδυναμία δεν είναι δεδομένη.

Αυτή η πολυδιάσπαση λειτουργεί διπλά: αφαιρεί ποσοστά από τη ΝΔ, αλλά ταυτόχρονα συσπειρώνει ένα τμήμα του δεξιού εκλογικού σώματος που φοβάται τον περαιτέρω κατακερματισμό μέσα στο μεσόκοπο και ισχυρό κόμμα της κεντροδεξιάς.

Μέσα σε αυτό το ήδη σύνθετο σκηνικό, η πιθανότητα δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας.

Ο Σαμαράς διαθέτει ισχυρό προσωπικό ακροατήριο, ιδιαίτερα σε πιο συντηρητικές και εθνικιστικές τάσεις της Δεξιάς. Ένα νέο κόμμα υπό την ηγεσία του θα μπορούσε να απορροφήσει ψήφους από τη ΝΔ αλλά και από μικρότερα δεξιά κόμματα, αναδιαμορφώνοντας πλήρως τον χάρτη.

Δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί πώς θα εξελιχθεί αυτό το ενδεχόμενο, αλλά είναι σαφές ότι θα επηρέαζε καθοριστικά την ισορροπία δυνάμεων.

Το συνολικό πολιτικό τοπίο μοιάζει με ένα παζλ που έχει σκορπίσει στο τραπέζι. Η Αριστερά είναι κατακερματισμένη και αναζητά νέο κέντρο βάρους.

Η Δεξιά φθείρεται και διασπάται. Το ΠΑΣΟΚ παλεύει με την κρίση ταυτότητας και την απουσία πειστικού αφηγήματος. Ο Τσίπρας επιχειρεί να επανακαθορίσει τον χώρο της προοδευτικής παράταξης, ενώ η πιθανή κάθοδος Σαμαρά μπορεί να ανατρέψει ισορροπίες που θεωρούνταν δεδομένες.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο ρυθμιστής των εξελίξεων δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα. Οι τάσεις δείχνουν ότι ο Τσίπρας έχει επανέλθει ως κεντρική φιγούρα της αντιπολίτευσης, ενώ το ΠΑΣΟΚ παραμένει παράγοντας αλλά όχι κυρίαρχος.

Η Δεξιά, αν πολυδιασπαστεί περαιτέρω, μπορεί να βρεθεί σε ανάγκη συνεργασιών. Όμως κάθε συμπέρασμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή και να επιβεβαιώνεται από αξιόπιστες πηγές, καθώς το πολιτικό περιβάλλον εξελίσσεται διαρκώς.

Οι Δημοκράτες του Στέφανου Κασσελάκη αποτελούν μια ιδιαίτερη περίπτωση.

Ο Κασσελάκης έχει καταφέρει να κυριαρχήσει στα κοινωνικά μέσα και να διατηρήσει μια ισχυρή προσωπική παρουσία, ακόμη κι αν το πολιτικό του αποτύπωμα παραμένει υπό διαμόρφωση. Το κόμμα του μπορεί να παίξει ρόλο κυρίως στο επίπεδο της επικοινωνίας και της επιρροής σε νεότερα κοινά. Δεν είναι σαφές αν μπορεί να αποκτήσει μεγάλη εκλογική δύναμη, αλλά μπορεί να επηρεάσει τον δημόσιο διάλογο και να λειτουργήσει ως παράγοντας πίεσης προς τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Οι Έλληνες ψηφοφόροι, ωστόσο, έχουν ιστορικά μια ιδιότυπη σχέση με την πολιτική σταθερότητα: μπορεί να είναι θυμωμένοι, απογοητευμένοι, έτοιμοι να τιμωρήσουν κόμματα, αλλά ταυτόχρονα φοβούνται την ακυβερνησία.

Αυτό το δίπολο — θυμός και φόβος — οδηγεί συχνά σε αντιφατικές επιλογές. Από τη μία, αναζητούν μια ισχυρή αντιπολίτευση που να μπορεί να ελέγξει την κυβέρνηση, να της επιβάλει όρια, να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Από την άλλη, όταν το πολιτικό σύστημα μοιάζει να διαλύεται σε μικρά κομμάτια, όταν η Αριστερά είναι κατακερματισμένη και η Δεξιά πολυδιασπασμένη, τότε η ανάγκη για σταθερότητα γίνεται κυρίαρχη.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως ο μόνος συμπαγής πόλος εξουσίας. Παρά τη φθορά, τα σκάνδαλα και την κόπωση δύο θητειών, εξακολουθεί να έχει την εικόνα του κόμματος που «μπορεί να κυβερνήσει».

Οι ψηφοφόροι που φοβούνται τραμπαλισμούς, παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, αδύναμες κυβερνήσεις ή συμμαχίες που δεν θα αντέξουν, τείνουν να στηρίζουν τον ισχυρότερο πόλο για να αποφύγουν την αστάθεια.

Ταυτόχρονα, όμως, η ανάγκη για αντιπολίτευση είναι εξίσου έντονη. Η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να διαμορφώσει πειστικό αφήγημα, η εμφάνιση μικρών κομμάτων όπως η ΕΛΠΙΔΑ της Καρυστιανού και οι Δημοκράτες του Κασσελάκη,  καθώς και η πιθανότητα δημιουργίας κόμματος από τον Σαμαρά, δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι ψηφοφόροι ψάχνουν «κάτι να ισορροπήσει την κατάσταση». Δεν θέλουν μονοκρατορία, αλλά δεν θέλουν και χάος.

Έτσι, διαμορφώνεται μια διπλή τάση: από τη μία, ενίσχυση της κυβέρνησης για να αποφευχθεί η ακυβερνησία· από την άλλη, ενίσχυση της αντιπολίτευσης η οποία δείχνει να συσπειρώνεται προς την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Φαίνεται πως οι Ελληνες ψηφοφόροι στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια σθεναρή αντιπολίτευση θα στραφούν προς το γοητευτικό προφίλ του Τσίπρα και το γοητευτικότερο νέο του αφήγημα.

Η προσωρινή δημοφιλία της Καρυστιανού σύντομα θα καταρρεύσει καθώς το κόμμα της  δεν έχει σαφή πολιτικό προσανατολισμό (οι Έλληνες απέδειξαν ότι δεν έχουν εμπιστοσύνη στα κοινωνικά κόμματα, βλ. ΠΟΤΑΜΙ), ο Κασσελάκης αν συμπορευθεί με το ΠΑΣΟΚ ίσως να το ενισχύσει, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον παρελθόν και η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ προσπαθεί να ξαναφέρει πίσω τον Αντώνη Σαμαρά.

Το δίπολο Νέα Δημοκρατία και ΕΛΑΣ φαίνεται πως τελικά θα ορίσει το μετεκλογικό τοπίο της χώρας!

Don't Miss