Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου, 2026

Η κατάρρευση των συνομιλιών για την συνθήκη CUSMA και η μετατόπιση του Καναδικού Εμπορίου προς Ευρώπη

Η πρόσφατη κατάρρευση των συνομιλιών για την CUSMA μεταξύ Καναδά και ΗΠΑ σηματοδότησε μια από τις πιο απότομες και καθοριστικές μετατοπίσεις στην καναδική εξωτερική και εμπορική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών.

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Καναδάς αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι ως μια σταθερή, προβλέψιμη συνεργασία, αλλά ως μια δυναμική και συχνά συγκρουσιακή αλληλεξάρτηση.

Η Ουάσινγκτον, αξιοποιώντας στοχευμένους δασμούς και μονομερείς εμπορικές πιέσεις, έδειξε ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει την οικονομική της ισχύ για να επιβάλει πολιτικές και στρατηγικές προτεραιότητες, ακόμη και εις βάρος ενός παραδοσιακού συμμάχου.

Η καναδική απάντηση, όπως καταγράφεται τόσο στις δημόσιες δηλώσεις όσο και στις επαρχιακές πρωτοβουλίες, αποκαλύπτει μια νέα στάση: εξάντληση υπομονής, περισσότερη αυτονομία, μεγαλύτερη διάθεση για αντίμετρα και μια σαφής προσπάθεια να μειωθεί η αμερικανική επιρροή πάνω στην καναδική οικονομία.

Οι επαρχίες, που συχνά λειτουργούσαν ως ήρεμοι διαχειριστές των διμερών σχέσεων, υιοθέτησαν μια πιο επιθετική διπλωματική γραμμή. Πρωθυπουργοί των επαρχιών του Καναδά ταξίδεψαν απευθείας στην Ουάσινγκτον, παρακάμπτοντας τα παραδοσιακά ομοσπονδιακά κανάλια, για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των τοπικών τους οικονομιών.

Συνεργάστηκαν με κυβερνήτες των ΗΠΑ, με επιχειρηματικά λόμπι και με διασυνοριακές βιομηχανίες, προσπαθώντας να χτίσουν μια συναίνεση που θα αναδείκνυε το κόστος του αμερικανικού προστατευτισμού για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, επαρχίες όπως το Οντάριο και το Σασκάτσουαν προχώρησαν σε στοχευμένα αντίποινα: επιβαρύνσεις στην εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, απαγορεύσεις συμμετοχής αμερικανικών εταιρειών σε δημόσιους διαγωνισμούς, ακύρωση συμβάσεων με αμερικανικές τεχνολογικές οντότητες, ακόμη και επιβολή φόρων 50% στα αμερικανικά οινοπνευματώδη.

Αυτές οι κινήσεις δεν είναι απλώς οικονομικά μέτρα· είναι πολιτικά μηνύματα, σχεδιασμένα να δείξουν ότι ο Καναδάς δεν θα παραμείνει παθητικός δέκτης μονομερών αποφάσεων.

Ταυτόχρονα, η Οτάβα επιχειρεί να ενισχύσει την εσωτερική συνοχή της χώρας, γνωρίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει στοχευμένους δασμούς για να εκμεταλλευτούν τις περιφερειακές διαφορές. Η άρση των διαεπαρχιακών εμπορικών φραγμών, που συζητείται πλέον με πρωτοφανή ένταση, δεν είναι απλώς μια οικονομική μεταρρύθμιση· είναι μια στρατηγική άμυνα απέναντι στην αμερικανική πίεση.

Η πλήρης απελευθέρωση του εγχώριου εμπορίου θα μπορούσε να ενισχύσει την καναδική παραγωγή κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια, μειώνοντας την εξάρτηση από τις αμερικανικές αλυσίδες εφοδιασμού και προσφέροντας ένα κρίσιμο δίχτυ ασφαλείας σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης.

Ωστόσο, η νέα στάση του Καναδά δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Οι ΗΠΑ έχουν στοχεύσει συγκεκριμένες βιομηχανίες, εξαιρώντας άλλες, όπως το πετρέλαιο του Δυτικού Καναδά, σε μια προσπάθεια να προκαλέσουν εσωτερικές διαιρέσεις. Επαρχίες με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κρίσιμους πόρους ως διαπραγματευτικό όπλο, δημιουργώντας μια σύνθετη εσωτερική δυναμική.

Παρά το ενωτικό δημόσιο μέτωπο, η πλήρης ευθυγράμμιση παραμένει δύσκολη, και η Οτάβα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για ενότητα και στις διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες των επαρχιών.

Η κατάρρευση των συνομιλιών για την CUSMA δεν άφησε απλώς ένα κενό στις εμπορικές σχέσεις Βορρά–Νότου· λειτούργησε ως καταλύτης για μια βαθιά στρατηγική αναδιάταξη της καναδικής εξωτερικής πολιτικής.

Η Οτάβα, αντιμέτωπη με μια Ουάσινγκτον που χρησιμοποιεί δασμούς ως εργαλείο πίεσης και πολιτικής μόχλευσης, στρέφεται πλέον συνειδητά προς την Ευρώπη, αναζητώντας νέες συμμαχίες, σταθερότητα και ένα πλαίσιο συνεργασίας που δεν θα εξαρτάται από τις εναλλαγές της αμερικανικής πολιτικής.

Στο επίκεντρο αυτής της στροφής βρίσκεται ο Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του Καναδά στο διεθνές σύστημα με τρόπο πιο πολυκεντρικό, πιο ανθεκτικό και σαφώς πιο ανεξάρτητο από τις ΗΠΑ.

Ο Μαρκ Κάρνεϊ, με το κύρος του πρώην διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας και της Τράπεζας του Καναδά, έχει αναλάβει να διαμορφώσει μια νέα αφήγηση για τη χώρα: ότι ο Καναδάς μπορεί να είναι μια μεσαία δύναμη με παγκόσμια επιρροή, όχι επειδή βρίσκεται δίπλα στις ΗΠΑ, αλλά επειδή διαθέτει αξίες, θεσμούς και οικονομική σταθερότητα που τον καθιστούν αξιόπιστο εταίρο σε μια εποχή γεωπολιτικής αστάθειας.

Η ευρωπαϊκή του εμπειρία τον καθιστά τον πλέον κατάλληλο να οικοδομήσει γέφυρες με τις Βρυξέλλες και τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ η έμφαση που δίνει στην πράσινη οικονομία και στη βιώσιμη ανάπτυξη ευθυγραμμίζεται με τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες.

Η ουσία είναι ότι ο Καναδάς εισέρχεται σε μια νέα εποχή στις σχέσεις του με τις ΗΠΑ. Η παραδοσιακή εμπιστοσύνη έχει διαβρωθεί, και στη θέση της εμφανίζεται μια πιο ρεαλιστική, πιο επιφυλακτική και πιο αποφασιστική προσέγγιση.

Ο Καναδάς δεν επιδιώκει ρήξη, αλλά δεν αποδέχεται πλέον την ασύμμετρη εξάρτηση ως αναπόφευκτη.

Η χώρα αναζητά νέες συμμαχίες, ενισχύει την εσωτερική της αγορά, επενδύει στην ανθεκτικότητα και προετοιμάζεται για ένα μέλλον όπου η αμερικανική πολιτική μπορεί να είναι απρόβλεπτη, επιθετική ή ακόμη και διχαστική.

Η κατάρρευση της CUSMA τελικά δεν ήταν απλώς ένα εμπορικό αδιέξοδο. Ήταν μια αφύπνιση. Και ο Καναδάς δείχνει πλέον ότι είναι έτοιμος να αναδιαμορφώσει τη θέση του στη Βόρεια Αμερική με όρους που δεν θα καθορίζονται αποκλειστικά από την Ουάσινγκτον.

Για ένα κράτος που επί δεκαετίες επένδυσε στη σταθερότητα της διμερούς σχέσης, αυτή η μετατόπιση είναι ιστορική. Για τις ΗΠΑ, είναι μια υπενθύμιση ότι ο βορειοαμερικανικός εταίρος τους δεν είναι πλέον διατεθειμένος να θεωρεί τη συνεργασία δεδομένη

Don't Miss