Τετάρτη, 26 Αυγούστου, 2026

Ο κατακερματισμός της πολιτικής ζωής της χώρας

Γράφει: Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη

Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό βρίσκεται σε μια από τις πιο ταραγμένες και ρευστές περιόδους της μεταπολίτευσης, με ανακατατάξεις που δεν θυμίζουν ανανέωση αλλά βαθιά αποσύνθεση.

Η ίδρυση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, της ΕΛΑΣ, λειτούργησε ως καταλύτης που επιτάχυνε μια ήδη προχωρημένη κρίση στον χώρο της Αριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ήδη τραυματισμένος από συνεχείς ήττες και εσωτερικές συγκρούσεις, ουσιαστικά διαλύθηκε, ενώ η Νέα Αριστερά διαλύθηκε και επισήμως με στελέχη να αυτονομούνται και να καλούνται να παραδώσουν τις βουλευτικές τους έδρες ως προϋπόθεση για τη νέα πολιτική πραγματικότητα που επιβάλλει ο Τσίπρας.

Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί απλώς οργανωτική τακτική· είναι μια επίδειξη ισχύος που αναδιαμορφώνει τον χώρο της Αριστεράς με τρόπο κάθετο και συγκρουσιακό ενώ ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται στο πηδάλιο με κλειστά ακόμη τα χαρτιά του για τους πρώην συντρόφους του.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η στάση του Σωκράτη Φάμελλου προκαλεί έντονη κριτική.

Αντί να υπερασπιστεί την αυτονομία του κόμματος που κάποτε κυβέρνησε τη χώρα, επέλεξε να το προσδέσει στο άρμα της ΕΛΑΣ, μετατρέποντάς το σε ουρά ενός νέου σχηματισμού που γεννήθηκε πάνω στα ερείπια του παλιού, ειδικά με στοχευμένο σχεδιασμό του πρώην αρχηγού του Αλέξη Τσίπρα.

Η εικόνα ενός κόμματος που από πρωταγωνιστής της πολιτικής ζωής κατέληξε να λειτουργεί ως συμπλήρωμα άλλων επιλογών είναι ενδεικτική της βαθιάς κρίσης ταυτότητας που διαπερνά όλο το κίνημα της Αριστεράς.

Την ίδια στιγμή, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού εμφανίζεται χωρίς σταθερό προσανατολισμό.

Άλλοτε κινείται προς μια κατεύθυνση  με στήριξη Ρωσόφιλων παραγόντων, άλλοτε προς μια άλλη, χωρίς σαφές ιδεολογικό στίγμα, ενώ οι συζητήσεις περί ρωσικής επιρροής και η εμφανής ανοργανωσιά του δημιουργούν ένα θολό τοπίο.

Η δυσκολία του να συγκροτήσει ψηφοδέλτια και να βρει υποψήφιους βουλευτές δεν είναι απλώς τεχνικό πρόβλημα, είναι ένδειξη ενός εγχειρήματος που δεν έχει ακόμη αποκτήσει πολιτική υπόσταση ικανή να σταθεί σε ένα ήδη κατακερματισμένο περιβάλλον.

Η ίδια η αρχηγός του κόμματος δεν γνωρίζει τα βασικά σημεία του πολιτικού τοπίου, επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα αυτά.

Στον χώρο της δεξιάς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιμετωπίζει τη φθορά δύο συνεχόμενων τετραετιών και τα σκάνδαλα που έχουν πλήξει την αξιοπιστία της κυβέρνησης.

Παρ’ όλα αυτά, διατηρεί ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: η δεξιά πολυδιάσπαση, με κόμματα όπως του Βελόπουλου ή της Λατινοπούλου, μπορεί τελικά να λειτουργήσει υπέρ του, συσπειρώνοντας ψηφοφόρους που φοβούνται περαιτέρω κατακερματισμό.

Η κόπωση της κοινωνίας είναι εμφανής, αλλά η ανάγκη για σταθερότητα εξακολουθεί να αποτελεί ισχυρό παράγοντα, ακόμη κι αν η σταθερότητα αυτή συνοδεύεται από φθορά.

Ο Στέφανος Κασσελάκης, από την άλλη, έχει καταφέρει να κυριαρχήσει στα κοινωνικά μέσα.

Η ψηφιακή του παρουσία είναι έντονη, στοχευμένη και συχνά πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα. Ενημερώνεται, παρεμβαίνει, συνομιλεί με ένα κοινό που ζει μέσα από τις οθόνες του. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: μπορεί αυτή η ψηφιακή δυναμική να μετατραπεί σε πολιτική ουσία;

Μπορεί να μετασχηματίσει την προσωπική προβολή σε συλλογικό σχέδιο; Προς το παρόν, η εικόνα του παραμένει περισσότερο σύμβολο μιας νέας εποχής επικοινωνίας παρά φορέας μιας νέας εποχής πολιτικής.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου συνεχίζει να κινείται μετωπικά εναντίον του Τσίπρα, επιλέγοντας τη σύγκρουση ως βασικό εργαλείο πολιτικής παρουσίας.

Στρέφεται διαρκώς εναντίον του κυρίως ιδεολογικού αντιπάλου της και του νέου του κόμματος, ανασύροντας στοιχεία από το παρελθόν, καταγγέλλοντας πρακτικές και επιμένοντας να φέρνει στο φως όσα θεωρεί ότι πρέπει να γνωρίζει η κοινή γνώμη.

Η στρατηγική αυτή της εξασφαλίζει ορατότητα και δυναμική, αλλά την τοποθετεί και σε έναν χώρο διαρκούς αντιπαράθεσης, όπου η καταγγελία συχνά υπερκαλύπτει την πρόταση.

Στο ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται σε καθοδική πορεία. Το κόμμα δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει μια νέα, πειστική πρόταση, ενώ οι εσωτερικές συγκρούσεις επιβαρύνουν την εικόνα του.

Η συζήτηση για πιθανή αλλαγή ηγεσίας, με τον Χριστοδουλάκη να εμφανίζεται ως πιθανή λύση ανανέωσης, δείχνει ότι ακόμη και εντός του κόμματος υπάρχει συνείδηση της ανάγκης για νέο πρόσωπο και νέο αφήγημα.

Μέχρι να υπάρξει όμως μια τέτοια κίνηση, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να παραμείνει θεατής σε ένα πολιτικό παιχνίδι όπου κάποτε πρωταγωνιστούσε.

Η τρίτη θέση στην εκλογική αναμέτρηση θα το φέρει αντιμέτωπο με το υπαρξιακό του πρόβλημα, το πού δηλαδή θέλει ιδεολογικά να ανήκει.

Συνολικά, το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας μοιάζει με κομμάτια ενός πάζλ που έχουν σκορπιστεί στο πάτωμα.

Η Αριστερά διαλύεται και ανασυντίθεται χωρίς συνοχή, με ένα προσωποκεντρικό κόμμα, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.

Η κεντροαριστερά αδυνατεί να εμπνεύσει. Η δεξιά φθείρεται αλλά διατηρεί τη δυνατότητα συσπείρωσης.

Νέα κόμματα εμφανίζονται χωρίς δομή, χωρίς αφήγημα, χωρίς σταθερότητα. Η κοινωνία αναζητά κάτι νέο, κάτι καθαρό, κάτι ουσιαστικό, αλλά προς το παρόν βλέπει κυρίως ανακυκλώσεις, μετακινήσεις και rebranding.

Το αίτημα για αλλαγή είναι ισχυρό, αλλά η προσφορά πολιτικής εναλλακτικής παραμένει αδύναμη. Μέχρι να γεννηθεί κάτι πραγματικά νέο, η χώρα θα συνεχίσει να κινείται μέσα σε ένα τοπίο αποσύνθεσης που αναζητά ακόμη τη μορφή της επόμενης ημέρας.

Το πρόβλημα είναι η επόμενη ημέρα των εκλογών όταν η Ελλάδα θα ξυπνήσει σε ένα τοπίο κατακερματισμένο με  κόμματα που δεν μπορούν να παράγουν κυβέρνηση. Και τότε τι μέλλει γενέσθαι;


Διαβάστε επίσης:

Ιουστίνη Φραγκούλη – Αργύρη: 120 χρόνια Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μοντρεάλ – Πολιτική αναγνώριση και rebranding

Don't Miss