Σκάνδαλο χάλυβα στον Καναδά: Εταιρείες πλήρωσαν $19 εκατ. για «κρυφές» εισαγωγές από Κίνα και Τουρκία
Νέες πιέσεις δέχεται η καναδική χαλυβουργία μετά τον συμβιβασμό ύψους 19 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ που συμφώνησαν να καταβάλουν δύο καναδικές εταιρείες χάλυβα και ένας εκ των βασικών μετόχων τους, έπειτα από κατηγορίες ότι παραπλανούσαν τις αμερικανικές αρχές σχετικά με την πραγματική προέλευση προϊόντων χάλυβα.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, οι εταιρείες Royal Canadian Steel και Farjess Inc., μαζί με τον πρόεδρο και συνιδιοκτήτη τους Φερόζ Τζεσανί, φέρονται να παρουσίαζαν χάλυβα από χώρες όπως η Κίνα, η Τουρκία, η Ινδονησία, η Ιταλία και το Βιετνάμ ως προϊόντα καναδικής ή αμερικανικής προέλευσης, προκειμένου να αποφύγουν την επιβολή δασμών.
Η υπόθεση αφορά την περίοδο από το 2019 έως και τις αρχές του 2025 και επαναφέρει στο προσκήνιο τις σοβαρές ανησυχίες της Ουάσιγκτον ότι ο Καναδάς λειτουργεί ως «πίσω πόρτα» για φθηνό επιδοτούμενο χάλυβα που τελικά διοχετεύεται στην αμερικανική αγορά.
Η αποκάλυψη ήρθε μετά από καταγγελία μεσίτη που συνεργαζόταν με τις εταιρείες, μέσω της αμερικανικής νομοθεσίας περί whistleblowers. Ο πληροφοριοδότης θα λάβει περίπου 3,61 εκατ. δολάρια από τον συμβιβασμό.
Οι δασμοί Τραμπ και η κρίση στη χαλυβουργία
Η υπόθεση έρχεται σε μια περίοδο όπου οι εμπορικές σχέσεις Καναδά-ΗΠΑ στον τομέα του χάλυβα παραμένουν εξαιρετικά τεταμένες. Η αμερικανική βιομηχανία χάλυβα εδώ και χρόνια υποστηρίζει ότι οι καναδικοί έλεγχοι είναι ανεπαρκείς, επιτρέποντας τη μεταφόρτωση ασιατικού χάλυβα προς τις ΗΠΑ.
Το ζήτημα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη ένταση μετά την απόφαση του Donald Trump να επιβάλει δασμούς 25% στον καναδικό χάλυβα, οι οποίοι στη συνέχεια αυξήθηκαν στο 50% στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής προστασίας της αμερικανικής βιομηχανίας.
Οι επιπτώσεις για τον καναδικό κλάδο ήταν ιδιαίτερα βαριές. Πολλές εταιρείες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική αγορά, με αποτέλεσμα οι νέοι δασμοί να προκαλέσουν σημαντική πίεση σε έσοδα, εξαγωγές και επενδυτικά σχέδια.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Algoma Steel, η οποία πριν από την επιβολή των δασμών αντλούσε πάνω από το 50% των εσόδων της από τις ΗΠΑ. Η εταιρεία χρειάστηκε κρατική στήριξη ύψους 400 εκατ. δολαρίων Καναδά ώστε να αποφύγει σοβαρό κίνδυνο οικονομικής ασφυξίας.
Υπερπαραγωγή από την Κίνα και αυστηρότερα μέτρα από τον Καναδά
Η κρίση στη διεθνή αγορά χάλυβα συνδέεται άμεσα με τη συνεχιζόμενη υπερπαραγωγή της Κίνας, η οποία πιέζει τις διεθνείς τιμές και αυξάνει τις καταγγελίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού.
Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης έχει προειδοποιήσει ότι η παγκόσμια υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα επιδεινώνεται, καθώς η κινεζική παραγωγή παραμένει υψηλή παρά την επιβράδυνση της εγχώριας ζήτησης.
Υπό την πίεση των ΗΠΑ αλλά και των εγχώριων παραγωγών, η κυβέρνηση του Mark Carney προχώρησε σε αυστηρότερους περιορισμούς στις εισαγωγές χάλυβα. Πλέον, χώρες χωρίς συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τον Καναδά μπορούν να εξάγουν μόνο έως το 25% των ποσοτήτων που είχαν εισαγάγει το 2024, διαφορετικά επιβάλλεται δασμός 50%.
Ακόμη και για χώρες με συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, το όριο έχει τεθεί στο 75% των περσινών ποσοτήτων, με το επιπλέον φορτίο να επιβαρύνεται επίσης με δασμούς 50%.
Η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεθνή εικόνα του Καναδά. Αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν πολλαπλασιαστούν ανάλογες υποθέσεις, μπορεί να ενισχυθεί η αντίληψη στην Ουάσιγκτον ότι ο Καναδάς δεν ελέγχει αποτελεσματικά τη διακίνηση χάλυβα προς τη βορειοαμερικανική αγορά.
Διαβάστε επίσης: Αβέβαιη η αναθεώρηση της CUSMA – Παραμένουν οι διαφωνίες Καναδά και ΗΠΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ