Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι οι τιμές του ρεύματος θα συνεχίσουν να μειώνονται με την αύξηση των ΑΠΕ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μέτρων στήριξης
Μήνυμα ότι οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας θα συνεχίσουν να αποκλιμακώνονται όσο αυξάνεται η συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων στήριξης εάν οι διεθνείς εξελίξεις πιέσουν ξανά νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Μιλώντας στο συνέδριο «Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe» σε συζήτηση με τον Μπεν Χολ των Financial Times, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης ως βασικό εργαλείο τόσο για τη μείωση του κόστους ρεύματος όσο και για τη συνολική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει ήδη περάσει από τη φάση των υψηλότερων χονδρικών τιμών ρεύματος στην Ευρώπη σε επίπεδα χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αποδίδοντας αυτή την εξέλιξη στη διείσδυση των ΑΠΕ και στην αλλαγή του ενεργειακού μοντέλου της χώρας.
«Οι τιμές θα συνεχίσουν να μειώνονται καθώς προσθέτουμε περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα και καθώς, ελπίζω, το φυσικό αέριο θα γίνει φθηνότερο», ανέφερε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να συνδέσει τη στρατηγική της πράσινης μετάβασης με την καθημερινότητα των καταναλωτών και το πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα της ακρίβειας.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μέτρων στήριξης, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι η κυβέρνηση θέλει οι όποιες παρεμβάσεις να είναι προσωρινές, στοχευμένες και να μην τροφοδοτούν νέο πληθωριστικό κύμα.
«Ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλα μέτρα που θα ακολουθήσουν. Ελπίζω να μην χρειαστεί να τα εφαρμόσουμε. Φυσικά, έχουμε κρατήσει κάποια από τα χαρτιά μας κλειστά», δήλωσε, δείχνοντας ότι το οικονομικό επιτελείο παρακολουθεί στενά την πορεία των διεθνών αγορών ενέργειας και ιδιαίτερα τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
«Από τις ακριβότερες χώρες, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να παρουσιάσει την ενεργειακή μετάβαση ως ένα από τα βασικά success stories της κυβερνητικής πολιτικής, δίνοντας έμφαση τόσο στη μείωση των εκπομπών ρύπων όσο και στην ενίσχυση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ.
Όπως είπε, η Ελλάδα έχει μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά σχεδόν 50% σε σχέση με το 2005, ενώ πλέον περισσότερο από το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη χώρα «πρωτοπόρο» στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις κορυφαίες ευρωπαϊκές χώρες τόσο στην ηλιακή όσο και στην αιολική ενέργεια.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο γεγονός ότι η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον ως εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως εξήγησε, αυτό συμβαίνει επειδή η ελληνική ενέργεια είναι φθηνότερη σε σχέση με άλλες αγορές της περιοχής, με αποτέλεσμα η ροή ενέργειας να κατευθύνεται από τη χαμηλότερη προς την ακριβότερη αγορά.
«Το 2019 η Ελλάδα είχε μακράν την υψηλότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας. Τώρα βρισκόμαστε κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είμαστε μεγάλοι εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας», υποστήριξε ο πρωθυπουργός, παρουσιάζοντας την εξέλιξη αυτή ως απόδειξη της αποτελεσματικότητας της κυβερνητικής στρατηγικής.
Η παρέμβασή του έρχεται σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει κομβικό πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, καθώς οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν φόβους για νέα άνοδο στις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Το κόστος ζωής στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας
Ο πρωθυπουργός συνέδεσε άμεσα το ενεργειακό ζήτημα με τη συνολική κρίση κόστους ζωής που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, παραδεχόμενος ότι η ακρίβεια παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση για όλες τις κυβερνήσεις της Ευρώπης.
Όπως είπε, η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως οικονομικός στόχος ή ως τεχνοκρατική έννοια, αλλά ως βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η ενίσχυση της παραγωγικότητας, οι υψηλότεροι μισθοί και το μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για να αντιμετωπιστεί η πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά.
«Αν δεν αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του προσιτού κόστους ζωής για τους πολίτες μας, όλες οι εν ενεργεία κυβερνήσεις θα έχουν πρόβλημα», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας την ανησυχία που υπάρχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη φθορά που προκαλεί η ακρίβεια στις κυβερνήσεις.
Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί το τελευταίο διάστημα να μεταφέρει το μήνυμα ότι η ενεργειακή πολιτική δεν περιορίζεται μόνο στη μετάβαση προς την πράσινη οικονομία, αλλά συνδέεται άμεσα με τις τιμές ρεύματος, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τη διατήρηση κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας.
Διαβάστε επίσης: Ενεργειακή κρίση: Πόσο ψηλά θα φτάσουν οι τιμές

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ