Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου, 2026

ΗΠΑ: Γιατί ο Τραμπ κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου

Η πολιτική πόλωση, οι επιλογές του Λευκού Οίκου και η αδυναμία διεύρυνσης της εκλογικής βάσης απειλούν τους Ρεπουμπλικανούς ενόψει της 3ης Νοεμβρίου.

Τα ιστορικά παραδείγματα που δείχνουν γιατί οι πρόεδροι δυσκολεύονται να διατηρήσουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για κάθε Αμερικανό πρόεδρο, ιδιαίτερα όταν πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς, η αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου 2026 ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική για τη συνέχεια της δεύτερης προεδρικής θητείας του.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έχει ήδη αναγνωρίσει τη δυσκολία διατήρησης του ελέγχου τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Η εκτίμησή του στηρίζεται σε μια μακροχρόνια τάση της αμερικανικής πολιτικής. Το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία συχνά τιμωρείται από τους ψηφοφόρους στις ενδιάμεσες εκλογές.

Ωστόσο, η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν αποτελεί αναπόφευκτη εξέλιξη. Οι πολιτικές αποφάσεις του προέδρου, η οικονομική κατάσταση και η ικανότητα της κυβέρνησης να διατηρεί την εμπιστοσύνη πέρα από τον στενό κομματικό της πυρήνα μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το εκλογικό αποτέλεσμα.

Το ιστορικό προηγούμενο που προβληματίζει τους Ρεπουμπλικανούς

Τα τελευταία χρόνια, οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν εξελιχθεί σε μια επαναλαμβανόμενη δοκιμασία για τον εκάστοτε πρόεδρο.

Το 1994, οι Ρεπουμπλικανοί του Μπιλ Κλίντον έχασαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το 2006, οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν την πλειοψηφία επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου.

Το 2010, το κόμμα του Μπαράκ Ομπάμα υπέστη σημαντικές απώλειες, ενώ το 2018 οι Δημοκρατικοί πήραν τον έλεγχο της Βουλής από τους Ρεπουμπλικανούς του Τραμπ.

Ανάλογη ήταν η εικόνα το 2022, όταν οι Δημοκρατικοί του Τζο Μπάιντεν έχασαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αν και διατήρησαν τον έλεγχο της Γερουσίας.

Το μοτίβο αποτυπώνει μια βασική ιδιαιτερότητα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Η εκλογή ενός προέδρου δεν συνεπάγεται αυτόματα διαρκή υποστήριξη προς το κόμμα του. Αντίθετα, οι ενδιάμεσες εκλογές προσφέρουν στους ψηφοφόρους την ευκαιρία να περιορίσουν την εξουσία του Λευκού Οίκου, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουν την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.

Για τους Ρεπουμπλικανούς, το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς η απώλεια έστω και ενός από τα δύο σώματα του Κογκρέσου θα μπορούσε να δυσκολέψει την προώθηση του νομοθετικού προγράμματος του Τραμπ.

Η πολιτική στρατηγική του Τραμπ και οι κίνδυνοι της πόλωσης

Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια ταχείας εφαρμογής των προεκλογικών του δεσμεύσεων.

Οι δασμοί, η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, οι παρεμβάσεις στις ομοσπονδιακές δαπάνες και η συνολικότερη αναμόρφωση της λειτουργίας της κυβέρνησης βρίσκονται στο επίκεντρο της ατζέντας του.

Για τους υποστηρικτές του, η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτελεί ένδειξη αποφασιστικότητας και συνέπειας απέναντι στις προεκλογικές υποσχέσεις. Για τους επικριτές του, όμως, η ταχύτητα και η έκταση των αλλαγών εντείνουν τις κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Το πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς είναι ότι η συσπείρωση της εκλογικής τους βάσης δεν αρκεί απαραίτητα για να εξασφαλίσει τη νίκη.

Σε μια αναμέτρηση όπου η διαφορά σε αρκετές περιφέρειες μπορεί να κριθεί από μικρό αριθμό ψηφοφόρων, η στάση των ανεξάρτητων και των αναποφάσιστων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να προχωρήσει σε πολλές αλλαγές ταυτόχρονα, αυξάνεται ο κίνδυνος να προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και μεταξύ πολιτών που δεν υποστηρίζουν σταθερά την αντιπολίτευση. Παράλληλα, η επιθετική πολιτική ρητορική μπορεί να διευκολύνει τους Δημοκρατικούς να συσπειρώσουν τους δικούς τους ψηφοφόρους.

Έτσι, η στρατηγική που επιτρέπει στον πρόεδρο να εμφανίζεται αποφασιστικός απέναντι στους υποστηρικτές του ενδέχεται να αποδειχθεί εκλογικά δαπανηρή όταν έρθει η ώρα της κάλπης.

Γιατί οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις απαιτούν χρόνο

Η αμερικανική ιστορία προσφέρει παραδείγματα προέδρων που δεν περιορίστηκαν στην αξιοποίηση μιας αρχικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά κατάφεραν να διατηρήσουν πολιτικές συμμαχίες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, μέσα από το New Deal, προώθησε σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του θεσπίστηκαν μέτρα όπως η Κοινωνική Ασφάλιση και η ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Αντίστοιχα, ο Λίντον Τζόνσον αξιοποίησε την ισχυρή εκλογική του νίκη το 1964 για να προωθήσει βασικά στοιχεία του προγράμματος Great Society, μεταξύ των οποίων τα Medicare και Medicaid και σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις για τα πολιτικά δικαιώματα.

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των περιπτώσεων ήταν η δυνατότητα των κυβερνήσεων να εξασφαλίζουν ευρεία πολιτική στήριξη και να μετατρέπουν τις αρχικές τους επιτυχίες σε μακροπρόθεσμες αλλαγές.

Το δίδαγμα για τους σημερινούς προέδρους είναι ότι η νομοθετική ταχύτητα δεν ισοδυναμεί πάντοτε με πολιτική αντοχή. Μια κυβέρνηση μπορεί να πετύχει σημαντικές νίκες στα πρώτα χρόνια της θητείας της, αλλά εάν οι επιλογές της αποξενώσουν κρίσιμα τμήματα του εκλογικού σώματος, κινδυνεύει να χάσει τη δυνατότητα να συνεχίσει το έργο της.

Το δίλημμα της επόμενης ημέρας

Η πολιτική πόλωση, οι οικονομικές ανησυχίες και οι οριακές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες έχουν κάνει τη διατήρηση του ενιαίου ελέγχου της εξουσίας πολύ δυσκολότερη στις σύγχρονες ΗΠΑ.

Για τον Τραμπ, οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 αποτελούν κρίσιμη δοκιμασία. Εάν οι Ρεπουμπλικανοί χάσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων ή τη Γερουσία, η κυβέρνηση θα χρειαστεί να λειτουργήσει σε ένα πιο περιοριστικό πολιτικό περιβάλλον, με λιγότερες δυνατότητες προώθησης της ατζέντας της και αυξημένες πιέσεις από την αντιπολίτευση.

Σε ευρύτερο επίπεδο, το ζήτημα αφορά και τον επόμενο πρόεδρο, ο οποίος θα αναλάβει καθήκοντα το 2029.

Η επιλογή θα είναι ανάμεσα στην επιδίωξη γρήγορων και εκτεταμένων αλλαγών και σε μια πιο σταδιακή στρατηγική, με στόχο τη διεύρυνση της εκλογικής βάσης και τη διατήρηση ευρύτερων συμμαχιών.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η εξουσία δεν διατηρείται μόνο με την υλοποίηση των προεκλογικών δεσμεύσεων. Απαιτεί επίσης την ικανότητα διαχείρισης των αντιδράσεων, την αναζήτηση πολιτικών συμβιβασμών και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων.

Για τους Ρεπουμπλικανούς, επομένως, η πρόκληση δεν είναι απλώς να αποφύγουν μια ακόμη εκλογική ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές. Είναι να αποδείξουν ότι μπορούν να διατηρήσουν την πολιτική τους δυναμική χωρίς να μετατρέψουν την ίδια τους την κυβερνητική στρατηγική στον βασικό λόγο απώλειας της εξουσίας.

Διαβάστε επίσης:


Don't Miss