Δευτέρα, 24 Αυγούστου, 2026

Τι ζητά ο Τραμπ από τον Καναδά; Αναλυτικά οι απαιτήσεις των ΗΠΑ

Η νέα εμπορική σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά δεν αφορά μόνο το ύψος των δασμών.

Πίσω από τους νέους αμερικανικούς δασμούς κρύβεται μια πολύ ευρύτερη διαπραγμάτευση, στην οποία ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να πιέσει την καναδική κυβέρνηση να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά της χώρας, από τα αυτοκίνητα και τα γαλακτοκομικά μέχρι το αλκοόλ και τους μελλοντικούς εμπορικούς της εταίρους.

Οι συνομιλίες Ουάσιγκτον και Οτάβας κατέρρευσαν την Παρασκευή και, στις 22 Αυγούστου, οι ΗΠΑ προχώρησαν στην επιβολή δασμών 50% σε περίπου 20 δισ. δολάρια καναδικών προϊόντων. Ο Καναδάς απάντησε ότι θα επιβάλει αντίστοιχα μέτρα από τις 8 Σεπτεμβρίου.

Το ερώτημα, επομένως, είναι τι ακριβώς ζητά ο Τραμπ από τον Καναδά.

Το πρώτο μεγάλο αίτημα: Περισσότερη πρόσβαση των αμερικανικών προϊόντων στην καναδική αγορά

Στην καρδιά της αμερικανικής πίεσης βρίσκεται η αντίληψη του Τραμπ ότι ο Καναδάς προστατεύει υπερβολικά την εγχώρια παραγωγή του και δυσκολεύει την είσοδο αμερικανικών προϊόντων.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι τα γαλακτοκομικά.

Ο Καναδάς διαθέτει ένα σύστημα προστασίας της εγχώριας παραγωγής γάλακτος, τυριού, βουτύρου και άλλων προϊόντων. Υπάρχουν ποσοστώσεις για τις εισαγωγές και, όταν αυτές ξεπερνιούνται, οι δασμοί μπορούν να γίνουν εξαιρετικά υψηλοί.

Για την αμερικανική κυβέρνηση αυτό αποτελεί βασικό πρόβλημα. Η Ουάσιγκτον θέλει μεγαλύτερη πρόσβαση των Αμερικανών παραγωγών στην καναδική αγορά και μεγαλύτερες δυνατότητες εξαγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων στον Καναδά.

Με απλά λόγια, ο Τραμπ ζητά από τον Καναδά να ανοίξει περισσότερο την πόρτα στα αμερικανικά γαλακτοκομικά.

Αυτό όμως είναι πολιτικά δύσκολο για την καναδική κυβέρνηση, επειδή το σύστημα προστασίας των αγροτών αποτελεί εδώ και δεκαετίες σημαντικό κομμάτι της καναδικής αγροτικής πολιτικής.

Το δεύτερο μέτωπο: Τα αυτοκίνητα

Ακόμη πιο σημαντική είναι η διαμάχη για την αυτοκινητοβιομηχανία.

Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει δασμό 25% στα καναδικά αυτοκίνητα στο πλαίσιο των μέτρων για την αυτοκινητοβιομηχανία. Στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις συζητήθηκε η μείωση αυτού του δασμού στο 15%.

Εδώ όμως βρίσκεται η λεπτομέρεια που έχει μεγάλη σημασία.

Η Ουάσιγκτον θέλει να υπολογίζεται ευνοϊκά κυρίως το περιεχόμενο αμερικανικής προέλευσης ενός αυτοκινήτου. Ο Καναδάς, αντίθετα, θέλει να αναγνωρίζεται ως «βορειοαμερικανικό» περιεχόμενο και αυτό που προέρχεται από το Μεξικό.

Η διαφορά φαίνεται τεχνική, αλλά έχει σημαντικές συνέπειες.

Η αυτοκινητοβιομηχανία της Βόρειας Αμερικής λειτουργεί ως ενιαία αλυσίδα παραγωγής: Ένα αυτοκίνητο μπορεί να σχεδιάζεται σε μία χώρα, να κατασκευάζονται ορισμένα εξαρτήματα στον Καναδά, άλλα στις ΗΠΑ και άλλα στο Μεξικό και στη συνέχεια να συναρμολογείται σε άλλη χώρα.

Η πρόταση της κυβέρνησης Τραμπ δημιουργεί έτσι ισχυρό κίνητρο στις εταιρείες να χρησιμοποιούν περισσότερα αμερικανικά εξαρτήματα και να πραγματοποιούν περισσότερη παραγωγή στις ΗΠΑ.

Αυτό είναι που φοβάται ο Καναδάς. Ότι, ακόμη και αν μειωθούν οι δασμοί, οι κανόνες θα κάνουν τις αμερικανικές εγκαταστάσεις πιο ελκυστικές για νέες επενδύσεις και θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την καναδική αυτοκινητοβιομηχανία.

Επομένως, ο Τραμπ ουσιαστικά λέει στις αυτοκινητοβιομηχανίες: Αν θέλετε να έχετε καλύτερη πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, χρησιμοποιήστε περισσότερο αμερικανικό περιεχόμενο και κρατήστε περισσότερη παραγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το τρίτο ζήτημα: το αμερικανικό αλκοόλ

Ένα ακόμη παράδοξο της σημερινής διαμάχης είναι ότι μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης αφορά το αλκοόλ.

Μετά την έναρξη της εμπορικής σύγκρουσης, αρκετές καναδικές επαρχίες περιόρισαν ή σταμάτησαν την πώληση αμερικανικών αλκοολούχων προϊόντων. Αυτό αποτέλεσε σημαντικό σημείο τριβής για την Ουάσιγκτον.

Η κυβέρνηση Τραμπ ζητά να σταματήσουν αυτοί οι περιορισμοί και να επανέλθουν τα αμερικανικά ποτά στα ράφια των καναδικών καταστημάτων.

Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ είχε προσπαθήσει να πείσει τις επαρχίες να χαλαρώσουν τα μέτρα, όμως το ζήτημα παρέμεινε ένα από τα εμπόδια στις διαπραγματεύσεις.

Για την Ουάσιγκτον, το θέμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Αποτελεί παράδειγμα αυτού που η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί «διάκριση» σε βάρος των αμερικανικών προϊόντων.

Το τέταρτο και πιο πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα: Με ποιους θα κάνει εμπόριο ο Καναδάς

Εδώ η διαμάχη γίνεται πολύ πιο σοβαρή.

Στις τελευταίες διαπραγματεύσεις υπήρξαν αμερικανικές απαιτήσεις που ο Καναδάς θεώρησε ότι θα περιόριζαν τη δυνατότητά του να διαμορφώνει ελεύθερα τη μελλοντική εμπορική του πολιτική.

Δηλαδή, το θέμα δεν ήταν πλέον μόνο «πόσο θα είναι ο δασμός στο γάλα ή στα αυτοκίνητα».

Ήταν και το ερώτημα:

Μπορεί ο Καναδάς να κάνει ελεύθερα εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες, χωρίς να χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τις αμερικανικές απαιτήσεις;

Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ θεωρεί ότι ορισμένες από τις τελευταίες αμερικανικές απαιτήσεις θα περιόριζαν την οικονομική κυριαρχία της χώρας του. Αυτό ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Οτάβα αρνήθηκε να αποδεχθεί το τελευταίο αμερικανικό πακέτο.

Και αυτό εξηγεί γιατί η διαμάχη έχει πάρει πλέον μεγαλύτερες διαστάσεις από έναν συνηθισμένο εμπορικό καβγά.

Τι θέλει λοιπόν να πετύχει ο Τραμπ;

Αν τα βάλουμε όλα μαζί, η αμερικανική στρατηγική έχει αρκετούς στόχους.

Πρώτον, ο Τραμπ θέλει μεγαλύτερη πρόσβαση των αμερικανικών προϊόντων στην καναδική αγορά.

Δεύτερον, θέλει περισσότερη αμερικανική παραγωγή και αμερικανικό περιεχόμενο στα αυτοκίνητα που εισέρχονται στην αμερικανική αγορά.

Τρίτον, θέλει να ανοίξει η καναδική αγορά στα αμερικανικά γαλακτοκομικά.

Τέταρτον, θέλει να σταματήσουν οι περιορισμοί στις πωλήσεις αμερικανικού αλκοόλ στον Καναδά.

Πέμπτον, θέλει ο Καναδάς να κάνει εμπορικές και οικονομικές παραχωρήσεις που η Ουάσιγκτον θεωρεί απαραίτητες για να διατηρηθεί μια πιο ευνοϊκή για τις ΗΠΑ σχέση.

Και, πάνω από όλα, χρησιμοποιεί τους δασμούς ως μοχλό πίεσης: Η λογική είναι ότι όσο μεγαλύτερο είναι το κόστος για τις καναδικές εξαγωγές, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κίνητρο της καναδικής κυβέρνησης να δεχθεί αμερικανικές απαιτήσεις.

Γιατί ο Καναδάς λέει «όχι»;

Η καναδική κυβέρνηση δεν αρνείται ότι υπάρχουν ζητήματα που μπορεί να διαπραγματευτεί.

Το πρόβλημα είναι μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει.

Για παράδειγμα, μπορεί να συζητήσει τη μείωση ορισμένων εμπορικών εμποδίων ή την επιστροφή αμερικανικών προϊόντων στην καναδική αγορά.

Δεν θέλει όμως να δεχθεί μια συμφωνία που θα κάνει τις καναδικές επιχειρήσεις μόνιμα λιγότερο ανταγωνιστικές από τις αμερικανικές ή που θα περιορίσει τη δυνατότητα του Καναδά να αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με άλλες χώρες.

Ο Κάρνεϊ έχει χαρακτηρίσει τις τελευταίες αμερικανικές απαιτήσεις υπερβολικές και υποστηρίζει ότι ο Καναδάς πρέπει να προστατεύσει τη δική του οικονομική κυριαρχία.

Και οι δασμοί πού μπαίνουν σε όλα αυτά;

Εδώ βρίσκεται η ουσία της στρατηγικής Τραμπ.

Οι δασμοί δεν είναι ο τελικός στόχος. Είναι το όπλο διαπραγμάτευσης.

Με την επιβολή δασμών 50% σε περίπου 20 δισ. δολάρια καναδικών προϊόντων, η Ουάσιγκτον αυξάνει το κόστος για τους Καναδούς εξαγωγείς που θέλουν να πουλήσουν στις ΗΠΑ. Τα προϊόντα που επηρεάζονται περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αλκοόλ, γαλακτοκομικά, χαρτί, ηλεκτρονικά, τσιμέντο και αθλητικό εξοπλισμό.

Η λογική είναι απλή:

«Αν θέλετε χαμηλότερους δασμούς, πρέπει να μου δώσετε κάτι σε αντάλλαγμα».

Το πρόβλημα είναι ότι ο Καναδάς πλέον απαντά με τον ίδιο τρόπο. Η Οτάβα ανακοίνωσε αντίμετρα «δολάριο προς δολάριο», τα οποία θα αρχίσουν στις 8 Σεπτεμβρίου και θα πλήξουν αμερικανικά προϊόντα, μεταξύ άλλων στον χάλυβα, τα γαλακτοκομικά, τα ηλεκτρονικά και τον αγροτικό εξοπλισμό.

Το πραγματικό διακύβευμα

Επομένως, η σύγκρουση ΗΠΑ–Καναδά δεν είναι απλώς μια διαφωνία για έναν δασμό.

Ο Τραμπ προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την τεράστια εξάρτηση του Καναδά από την αμερικανική αγορά για να επιτύχει μια σειρά από παραχωρήσεις: Περισσότερη πρόσβαση αμερικανικών προϊόντων, αλλαγές στην αυτοκινητοβιομηχανία, άνοιγμα της αγοράς γαλακτοκομικών, επιστροφή αμερικανικού αλκοόλ και μεγαλύτερη ευθυγράμμιση της καναδικής εμπορικής πολιτικής με τις αμερικανικές απαιτήσεις.

Ο Καναδάς, από την άλλη πλευρά, φοβάται ότι μια τέτοια συμφωνία θα μετατρέψει την οικονομική του σχέση με τις ΗΠΑ από συνεργασία σε σχέση εξάρτησης.

Γι’ αυτό η σημερινή σύγκρουση έχει σημασία πολύ μεγαλύτερη από την αξία των προϊόντων που φορολογούνται. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα καθορίζει τους κανόνες του εμπορίου στη Βόρεια Αμερική τα επόμενα χρόνια: η Ουάσιγκτον ή μια πιο ανεξάρτητη καναδική εμπορική πολιτική.


Διαβάστε επίσης:

Don't Miss

Τουρίστες από τις ΗΠΑ έγιναν για λίγο… αγρότες στην Ημαθία

Συμμετείχαν ενεργά και στην συγκομιδή ροδάκινων

ΗΠΑ–Καναδάς: Από τον στενότερο σύμμαχο στον εμπορικό αντίπαλο

Η εμπορική σύγκρουση ανάμεσα στον Καναδά