Η εμπορική σύγκρουση ανάμεσα στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες περνά πλέον σε μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση.
Η απόφαση της κυβέρνησης του Mark Carney να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον και να απαντήσει στους νέους αμερικανικούς δασμούς με αντίστοιχα μέτρα σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από έναν ακόμη γύρο εμπορικής αντιπαράθεσης.
Στην πραγματικότητα, αυτό που διακυβεύεται είναι η ίδια η σχέση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η καναδική οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν βαθιά αλληλοεξαρτώμενοι.
Οι αλυσίδες παραγωγής, η ενέργεια, η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας, η γεωργία και το διασυνοριακό εμπόριο έχουν δημιουργήσει μια οικονομική σχέση που δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί. Όμως η πολιτική της κυβέρνησης Donald Trump έχει αλλάξει τους κανόνες.
Και ο Mark Carney φαίνεται πλέον να έχει καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που πριν από λίγους μήνες θα θεωρούνταν αδιανόητο στην Οτάβα. Ο Καναδάς δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένη την οικονομική του σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Δεν μπορούμε να ελέγξουμε την καταιγίδα από την Ουάσιγκτον»
Στην ομιλία του το Σάββατο, ο Καναδός πρωθυπουργός επιχείρησε να εξηγήσει γιατί η κυβέρνησή του επέλεξε να εγκαταλείψει τις διαπραγματεύσεις αντί να αποδεχθεί έναν συμβιβασμό.
«We cannot accept what they have offered, and we will not give what they have asked», δήλωσε ο Carney.
Η φράση αυτή συμπυκνώνει τη νέα καναδική στρατηγική. Η Οτάβα δεν είναι πλέον διατεθειμένη να ανταλλάξει την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά με παραχωρήσεις που θεωρεί ότι αγγίζουν την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της χώρας.
Ο Carney μίλησε για μια αλλαγή που, κατά την άποψή του, δεν είναι προσωρινή. «America has changed», είπε, εξηγώντας ότι η κυβέρνησή του είχε αντιληφθεί εγκαίρως πως η Ουάσιγκτον μετασχηματίζει όλες τις εμπορικές της σχέσεις.
Και πρόσθεσε μια φράση που πλέον έχει γίνει χαρακτηριστική της καναδικής ανάγνωσης της κρίσης: «Its signature was written in pencil».
Με άλλα λόγια, η Οτάβα δεν θεωρεί πλέον ότι μια συμφωνία με την Ουάσιγκτον αποτελεί εγγύηση μακροπρόθεσμης σταθερότητας.
Ο Carney το έκανε ακόμη πιο παραστατικό: «We cannot control the storm blowing in from Washington. We can chart a new course».
Η «νέα πορεία» είναι η διαφοροποίηση του καναδικού εμπορίου, η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και η προσπάθεια να μειωθεί η εξάρτηση από την αμερικανική αγορά.
«Από ακτή σε ακτή σε ακτή»: το μήνυμα εθνικής ενότητας
Σε αυτή τη νέα ρητορική του Carney υπάρχει και ένα έντονο στοιχείο εθνικής συσπείρωσης.
Ήδη από τον Ιούλιο, όταν η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε την πρόθεσή της να επιβάλει νέους δασμούς 50%, ο πρωθυπουργός είχε υπογραμμίσει ότι οι επαρχίες, οι περιοχές και οι Καναδοί «from coast to coast to coast» στέκονται ενωμένοι για να υπερασπιστούν εργαζομένους, αγρότες, επιχειρήσεις και οικογένειες.
Η έκφραση δεν είναι τυχαία.
Στην καναδική πολιτική γλώσσα το «from coast to coast to coast» περιλαμβάνει ολόκληρη τη χώρα: Τον Ατλαντικό, τον Ειρηνικό και τον Αρκτικό Ωκεανό.
Ο Carney χρησιμοποιεί πλέον αυτή τη φράση για να μετατρέψει την εμπορική σύγκρουση σε ζήτημα εθνικής ενότητας.
Στο τέλος της ομιλίας του το Σάββατο, επανήλθε στο ίδιο μήνυμα με ακόμη πιο έντονο τρόπο:
«We set our own course. We make our own weather. In Canada, we are masters in our own home, from coast to coast to coast».
Είναι δύσκολο να βρεθεί πιο καθαρή διατύπωση της νέας πολιτικής γραμμής της Οτάβα.
Ο Καναδάς, σύμφωνα με τον Carney, δεν θα περιμένει πλέον να δει «προς τα πού φυσά ο άνεμος» στην Ουάσιγκτον. Θα προσπαθήσει να καθορίσει ο ίδιος την πορεία του.
«Η Αμερική χρησιμοποιεί την οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο»
Το σημαντικότερο στοιχείο στη ρητορική του Carney είναι ότι δεν παρουσιάζει τους δασμούς ως μια απλή εμπορική διαφωνία.
Τους παρουσιάζει ως αλλαγή στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί πλέον «economic integration as a weapon».
Δηλαδή, ακριβώς το γεγονός ότι οι δύο οικονομίες είναι τόσο στενά συνδεδεμένες μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης εναντίον του Καναδά.
Αυτό εξηγεί και την επιλογή της κυβέρνησης να απαντήσει «dollar for dollar».
Η Οτάβα γνωρίζει ότι ένας εμπορικός πόλεμος με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να είναι πραγματικά ισότιμος.
Η αμερικανική οικονομία είναι πολλαπλάσια της καναδικής. Όμως η καναδική κυβέρνηση θέλει να καταστήσει σαφές ότι κάθε νέα αμερικανική επιβάρυνση θα έχει κόστος και για την άλλη πλευρά.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στην ίδια την καναδική οικονομία.
Το μεγάλο οικονομικό πρόβλημα
Ο Καναδάς εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από την αμερικανική αγορά. Για δεκαετίες, αυτή η εξάρτηση δεν θεωρούνταν αδυναμία. Θεωρούνταν πλεονέκτημα.
Οι δύο οικονομίες είχαν δημιουργήσει ένα εξαιρετικά σύνθετο παραγωγικό σύστημα. Ένα αυτοκίνητο, για παράδειγμα, μπορεί να περάσει πολλές φορές τα σύνορα πριν ολοκληρωθεί. Καναδικά εξαρτήματα μπαίνουν σε αμερικανικά εργοστάσια, αμερικανικά εξαρτήματα επιστρέφουν στον Καναδά και το τελικό προϊόν μπορεί να ξαναπεράσει τα σύνορα.
Οι δασμοί διαταράσσουν αυτή την αλυσίδα.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ότι ένα καναδικό προϊόν γίνεται ακριβότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι ότι ολόκληρο το μοντέλο παραγωγής γίνεται λιγότερο προβλέψιμο.
Και αυτή η αβεβαιότητα είναι ίσως ο μεγαλύτερος οικονομικός κίνδυνος για τον Καναδά.
Η Bank of Canada έχει ήδη επισημάνει τις αρνητικές επιπτώσεις των αμερικανικών εμπορικών μέτρων στην καναδική οικονομία, με πιέσεις στις εξαγωγές, στις επενδύσεις και στην παραγωγική δραστηριότητα.
Χάλυβας, αυτοκίνητα και ενέργεια στην πρώτη γραμμή
Ο χάλυβας και το αλουμίνιο είναι από τους κλάδους που βρίσκονται στο επίκεντρο της σύγκρουσης. Το ίδιο ισχύει για την αυτοκινητοβιομηχανία, έναν από τους πιο βαθιά διασυνδεδεμένους κλάδους της Βόρειας Αμερικής.
Η ειρωνεία είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν εύκολα να αποκοπούν από την καναδική οικονομία χωρίς να πληρώσουν και οι ίδιες τίμημα.
Ο Καναδάς είναι ένας από τους σημαντικότερους ενεργειακούς προμηθευτές των Ηνωμένων Πολιτειών. Όπως υπενθύμισε ο Carney στην ομιλία του, ο Καναδάς προμηθεύει περίπου το 99% των αμερικανικών εισαγωγών φυσικού αερίου, το 85% των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και περίπου το 60% των εισαγωγών αργού πετρελαίου.
Γι’ αυτό και ο Καναδός πρωθυπουργός έκανε μια χαρακτηριστική παρατήρηση:
«Canada fuels American growth».
Η φράση αυτή αποτελεί ουσιαστικά την απάντηση της Οτάβα στο επιχείρημα ότι ο Καναδάς «εκμεταλλεύεται» τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του εμπορικού πλεονάσματος.
Ο Carney υποστηρίζει ότι ένα σημαντικό μέρος του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος με τον Καναδά οφείλεται στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ αγοράζουν τεράστιες ποσότητες καναδικής ενέργειας.
Το κόστος θα φτάσει και στο καναδικό νοικοκυριό
Ωστόσο, η κυβέρνηση Carney δεν κρύβει ότι η ανταπόδοση των δασμών έχει κόστος.
Οι δασμοί είναι, τελικά, ένας φόρος στις εισαγωγές. Μέρος του κόστους μπορεί να μετακυλιστεί στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές.
Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα.
Η Οτάβα πρέπει να προστατεύσει τις καναδικές επιχειρήσεις από την αμερικανική πίεση, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να περιορίσει την αύξηση των τιμών.
Για τον μέσο Καναδό, η σύγκρουση δεν θα κριθεί μόνο στις δηλώσεις των πρωθυπουργών και στις αίθουσες των διαπραγματεύσεων.
Θα κριθεί στο εργοστάσιο, στο σούπερ μάρκετ, στην αγορά αυτοκινήτου και στην αγορά εργασίας.
Ο Carney επιχειρεί να μετατρέψει την κρίση σε οικονομική επανεκκίνηση
Η απάντηση του Carney είναι ότι ο Καναδάς πρέπει να εκμεταλλευθεί την κρίση για να γίνει λιγότερο εξαρτημένος από την αμερικανική αγορά.
«Building at home and diversifying trade abroad is not our Plan B. It has been our Plan A from the start», είπε χαρακτηριστικά.
Η κυβέρνηση προβάλλει ήδη νέες υποδομές, επενδύσεις στην ενέργεια, στα λιμάνια, στην άμυνα, στην αεροδιαστημική βιομηχανία και στις εξαγωγές προς άλλες αγορές.
Ο στόχος είναι φιλόδοξος: περισσότερες εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη, την Ινδία, την ASEAN, τη Μέση Ανατολή και άλλες αγορές.
Αλλά εδώ βρίσκεται και η μεγάλη δυσκολία.
Δεν μπορείς να αντικαταστήσεις από τη μια μέρα στην άλλη την αμερικανική αγορά.
Η γεωγραφία είναι αμείλικτη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι δίπλα στον Καναδά, έχουν τεράστια αγορά και οι δύο οικονομίες έχουν ενσωματωθεί επί δεκαετίες.
Η διαφοροποίηση είναι αναγκαία, αλλά θα χρειαστεί χρόνο.
Από τον Trump στον Carney: η σχέση που άλλαξε
Το βαθύτερο αποτέλεσμα της σύγκρουσης ίσως τελικά να μην είναι το ύψος των δασμών.
Είναι η απώλεια εμπιστοσύνης.
Ο Καναδάς επί δεκαετίες θεωρούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες τον πιο σταθερό οικονομικό και στρατηγικό του εταίρο. Η κυβέρνηση Carney πλέον αντιμετωπίζει την Ουάσιγκτον ως έναν εταίρο με τον οποίο πρέπει να συνεργάζεται, αλλά ταυτόχρονα να προστατεύεται.
Και αυτό αποτελεί τεράστια αλλαγή νοοτροπίας.
Ο Carney δεν λέει ότι ο Καναδάς πρέπει να εγκαταλείψει τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Λέει ότι δεν πρέπει να εξαρτάται από αυτές.
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
«We are masters in our own home», δήλωσε.
Η φράση αυτή ίσως είναι το πολιτικό σύνθημα της νέας εποχής στις σχέσεις των δύο χωρών.
Ο Καναδάς δεν μπορεί να αλλάξει τη γεωγραφία του. Δεν μπορεί να μετακινήσει τα σύνορά του και δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αμερικανική αγορά μέσα σε λίγους μήνες.
Μπορεί όμως να αλλάξει τον βαθμό εξάρτησής του από αυτήν.
Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του Mark Carney.
Η κρίση που μπορεί να αλλάξει τον Καναδά
Η σημερινή σύγκρουση με την Ουάσιγκτον μπορεί να αποδειχθεί τελικά πολύ μεγαλύτερη από έναν εμπορικό πόλεμο.
Μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για την καναδική οικονομία.
Για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, ο Καναδάς υποχρεώνεται να σκεφθεί σοβαρά τι σημαίνει οικονομική ανεξαρτησία σε μια χώρα που βρίσκεται δίπλα στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Ο Carney έχει ήδη επιλέξει τη γλώσσα της εθνικής συσπείρωσης.
«The new U.S. tariffs are designed to hurt and divide us. They are a miscalculation, because Canadians will always take care of each other», είπε.
Και έκλεισε την ομιλία του με ένα μήνυμα που ξεπερνά κατά πολύ την τρέχουσα διαμάχη για τους δασμούς:
«We set our own course. We make our own weather».
Και αμέσως μετά:
«In Canada, we are masters in our own home, from coast to coast to coast».
Αυτή είναι πλέον η πολιτική γραμμή της Οτάβα: περισσότερη εγχώρια παραγωγή, περισσότερες διεθνείς αγορές, λιγότερη εξάρτηση από την Ουάσιγκτον.
Το αν αυτή η στρατηγική θα οδηγήσει σε μια ισχυρότερη και πιο ανθεκτική καναδική οικονομία ή σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλότερου κόστους και χαμηλότερης ανάπτυξης θα κριθεί τους επόμενους μήνες.
Ένα όμως είναι ήδη σαφές.
Η σχέση Καναδά–Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι πλέον αυτή που ήταν. Και ο ίδιος ο Καναδός πρωθυπουργός το γνωρίζει καλύτερα από όλους.
Διαβάστε επίσης:

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ