«Φέρτε την Κοβέσι», «Χρειάζεται Κοβέσι εδώ», «Θα γίνει της Κοβέσι». Ατάκες που κυριαρχούν στα σόσιαλ μίντια και ακούγονται πλέον παντού στην Ελλάδα.
Ζούμε την εποχή της Κοβέσι. Η Ευρωπαία εισαγγελέας έχει εξελιχθεί σε σύμβολο μιας ευρύτερης ελληνικής εμμονής με τα σκάνδαλα.
Το όνομα της, έχει μετατραπεί σε λαϊκή κραυγή οργής απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί βουτηγμένο στην ατιμωρησία.
Στην πολιτική αργκό, το όνομά της έγινε συνώνυμο του φόβου για αποκαλύψεις που μπορούν να τινάξουν στον αέρα μηχανισμούς, συμφέροντα και πρόσωπα εξουσίας.
Για χρήστες των κοινωνικών δικτύων, το «φέρτε την Κοβέσι» έχει γίνει σύνθημα, που συμβολίζει την δίψα για αποκάλυψη σκανδάλων, τιμωρία υπευθύνων και αποκατάσταση μιας αίσθησης δικαιοσύνης.
Η Λάουρα Κοβέσι έγινε γνωστή στη Ρουμανία ως η εισαγγελέας που συγκρούστηκε με πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, στο πλαίσιο της μάχης κατά της διαφθοράς. Η εικόνα της «άτεγκτης διώκτριας» μεταφέρθηκε γρήγορα στο ευρωπαϊκό επίπεδο όταν ανέλαβε την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα είναι διαχρονικά υψηλή, η Κοβέσι απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις.
Η λογική είναι απλή. Αφού εδώ δεν τιμωρείται κανείς, ίσως χρειάζεται να έρθει κάποιος απ’ έξω.
Οι καταγγελίες και οι έρευνες γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ λειτούργησαν σαν πολλαπλασιαστής αυτής της τάσης. Η υπόνοια ότι ευρωπαϊκά χρήματα μπορεί να κατέληξαν μέσω αδιαφανών διαδικασιών σε πρόσωπα που δεν τα δικαιούνταν, αγγίζει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο νεύρο της ελληνικής κοινωνίας.
Στην Ελλάδα, τα σκάνδαλα δεν λειτουργούν απλά ως ειδήσεις. Συχνά μετατρέπονται σε βασικό μηχανισμό πολιτικής αντιπαράθεσης, σε τηλεοπτικό θέαμα και σε καθημερινό κοινωνικό σχόλιο.
Από τις υποκλοπές μέχρι τις τραγωδίες, από τις απευθείας αναθέσεις μέχρι τις αγροτικές επιδοτήσεις, η δημόσια συζήτηση κινείται συχνά γύρω από καταγγελίες, διαρροές και αποκαλύψεις.
Δημιουργείται ένα μόνιμο κλίμα καχυποψίας όπου κάθε θεσμός θεωρείται εκ προοιμίου διεφθαρμένος και κάθε πολιτική πράξη ύποπτη. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για «ήρωες κάθαρσης» γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.
Το γεγονός ότι το όνομά της έγινε trend δείχνει ακριβώς αυτή τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Η κοινωνία δεν αναζητά μόνο αποκαλύψεις. Αναζητά πρόσωπα στα οποία μπορεί να προβάλει την ανάγκη της για κάθαρση.
Αυτό εξηγεί γιατί το όνομά της χρησιμοποιείται σχεδόν μεταφορικά. Όταν κάποιος λέει «χρειάζεται Κοβέσι εδώ», συνήθως δεν αναφέρεται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη εισαγγελέα. Αναφέρεται στην ανάγκη για θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη και για έρευνες που φτάνουν μέχρι τέλους.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη διάσταση του φαινομένου. Ότι πίσω από τη σκανδαλολογία κρύβεται μια βαθιά κοινωνική απαίτηση για αξιοπιστία, διαφάνεια και λογοδοσία.
Ωστόσο, πίσω από την αυθεντική κοινωνική αγανάκτηση, αναπτύσσεται και μια άλλη διάσταση. Η πολιτική εργαλειοποίηση της σκανδαλολογίας.
Σε ένα κλίμα έντονης πόλωσης, το όνομα της Κοβέσι χρησιμοποιείται συχνά από αντιπολιτευτικά κέντρα, κομματικούς μηχανισμούς και διαδικτυακά δίκτυα ως εργαλείο πολιτικής φθοράς απέναντι στην κυβέρνηση και ειδικά απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Κάθε έρευνα, κάθε διαρροή μετατρέπεται σχεδόν αυτόματα σε αφήγημα περί «μεγάλου σκανδάλου» με στόχο να πληγεί η πολιτική κυριαρχία και η δημοσκοπική πρωτιά της ΝΔ.
Σε πολλές περιπτώσεις, πριν ακόμη υπάρξουν πορίσματα ή δικαστικές εξελίξεις, στήνεται ένα επικοινωνιακό δικαστήριο στα social media και στα τηλεοπτικά πάνελ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έρευνες δεν πρέπει να γίνονται ή ότι οι καταγγελίες είναι ψευδείς.
Σημαίνει όμως ότι η δημόσια συζήτηση συχνά μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης, όπου η ουσία χάνεται πίσω από την ανάγκη δημιουργίας εντυπώσεων και πολιτικού κόστους.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ