Στις 14 Ιουνίου, η Ελβετία καλείται να αποφασίσει σε δημοψήφισμα για μια από τις πιο ασυνήθιστες και πολιτικά φορτισμένες προτάσεις των τελευταίων ετών: Την κατοχύρωση στο Σύνταγμα ανώτατου ορίου 10 εκατομμυρίων κατοίκων.
Η λεγόμενη «Πρωτοβουλία Βιωσιμότητας», γνωστή και ως «Όχι σε μια Ελβετία των 10 εκατομμυρίων», προτείνει ότι η χώρα δεν θα πρέπει να υπερβεί αυτό το όριο πριν από το 2050.

Αν ο πληθυσμός αγγίξει τα 9,5 εκατομμύρια νωρίτερα, η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να λάβει περιοριστικά μέτρα, κυρίως στον τομέα της μετανάστευσης.
Το ζήτημα έχει ήδη προκαλέσει βαθύ διχασμό στην ελβετική κοινωνία, με τη συζήτηση να ξεπερνά κατά πολύ τα τεχνικά ή δημογραφικά όρια και να αγγίζει τον πυρήνα του ίδιου του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου της χώρας.
Μια χώρα που μεγάλωσε γρήγορα
Η Ελβετία των 9,1 εκατομμυρίων κατοίκων σήμερα δεν θυμίζει εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Το 1970 αριθμούσε περίπου 6,3 εκατομμύρια κατοίκους, ενώ το 1990 έφτανε τα 6,8 εκατομμύρια.

Η εκρηκτική αύξηση των τελευταίων ετών αποδίδεται κυρίως στη μετανάστευση, ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2002, η οποία συνέβαλε στην προσθήκη περίπου 1,7 εκατομμυρίων κατοίκων.
Σήμερα, πάνω από το 1/4 του πληθυσμού διαθέτει ξένη υπηκοότητα, ενώ περίπου το 30% έχει γεννηθεί στο εξωτερικό. Αν ληφθεί υπόψη και η μεταναστευτική καταγωγή, το ποσοστό αγγίζει το 41% του ενήλικου πληθυσμού.
Το επιχείρημα του «ορίου»
Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας, με ισχυρή παρουσία κυρίως σε αγροτικές περιοχές και μικρότερες πόλεις, υποστηρίζουν ότι η χώρα βρίσκεται στα όρια των δυνατοτήτων της.
Αναφέρουν αυξανόμενες τιμές κατοικιών, πίεση στα ενοίκια, υπερφόρτωση σε τρένα και οδικά δίκτυα, καθώς και αυξημένο κόστος για σχολεία και νοσοκομεία.
Παράλληλα, προβάλλονται περιβαλλοντικές ανησυχίες, με το επιχείρημα ότι μια μικρή αλπική χώρα έχει περιορισμένο χώρο και φυσικούς πόρους για συνεχή ανάπτυξη. Για πολλούς ψηφοφόρους, το όριο των 10 εκατομμυρίων δεν αποτελεί απλώς αριθμό, αλλά ένα «φρένο» στην ανεξέλεγκτη μεγέθυνση.
Το αντίπαλο στρατόπεδο: οικονομία και εξάρτηση από τη μετανάστευση
Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η πλειοψηφία του κοινοβουλίου, μεγάλες επιχειρήσεις και πανεπιστημιακοί φορείς. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι η ελβετική οικονομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη μετανάστευση και στην ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων.
Κρίσιμοι τομείς, όπως τα νοσοκομεία, τα γηροκομεία, η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας και ο χρηματοπιστωτικός τομέας, εξαρτώνται από εργατικό δυναμικό του εξωτερικού.
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η εφαρμογή του μέτρου θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές εντάσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, επηρεάζοντας εμπορικές σχέσεις και συμφωνίες που αποτελούν τον οικονομικό κορμό της χώρας.
Μια κοινωνία σε ισορροπία
Η δημόσια συζήτηση δεν περιορίζεται στο μεταναστευτικό. Αφορά το ίδιο το ερώτημα του πώς μπορεί να συνδυαστεί η οικονομική ανάπτυξη με τη βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή.
Σε μια γηραιά κοινωνία, αρκετοί τονίζουν ότι η εισροή νέων εργαζομένων είναι απαραίτητη για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος και της αγοράς εργασίας.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια βαθιά διχασμένη κοινωνία, με οριακό προβάδισμα του «όχι», χωρίς όμως ξεκάθαρη εικόνα για το τελικό αποτέλεσμα.
Ένα δημοψήφισμα με ευρύτερη σημασία
Η Ελβετία, ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές χώρες άμεσης δημοκρατίας, έφτασε σε αυτό το σημείο μέσω λαϊκής πρωτοβουλίας που συγκέντρωσε τις απαιτούμενες 100.000 υπογραφές.
Έτσι, το ζήτημα πέρασε από τα θεσμικά όργανα απευθείας στους πολίτες.
Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, το δημοψήφισμα της 14ης Ιουνίου έχει ήδη αποκτήσει ευρύτερη σημασία.
Δεν αφορά μόνο την Ελβετία, αλλά θέτει ένα ερώτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες: υπάρχει όριο στην ανάπτυξη ενός πληθυσμού – και αν ναι, ποιος το ορίζει;

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ