“Απίστευτο! Πόσο μπροστά είναι οι βόρειοι; Τι κρίμα να είναι ανέφικτο για τη χώρα μου και τις μελλοντικές γενιές;”
Με όλα αυτά τα ερωτήματα να διαπερνούν τη σκέψη μου, διάβασα με κάμποση αμηχανία το μοντέλο που παρουσίασε ο πρωθυπουργός του Καναδά Mark Carney για τη δημιουργία ενός κρατικού επενδυτικού ταμείου, γνωστού ως “Canada Strong Fund”.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό τύπου «εθνικού επενδυτικού λογαριασμού», ύψους 25 δισ. δολαρίων, με σκοπό να επενδύει πόρους σε μεγάλα στρατηγικά έργα, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα!
Στοχεύει στην μακροπρόθεσμη δημιουργία πλούτου, για την ενίσχυση της οικονομίας, ώστε να ωφεληθούν οι επόμενες γενιές.
Μάλιστα, αυτό το μοντέλο προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής των ίδιων των πολιτών ως μικροεπενδυτών.
Ο Carney, λέει λοιπόν “αν έχετε λίγα χρήματα στην άκρη, θα κάνουμε εύκολο να επενδύσετε στο ταμείο για να βοηθήσετε στην οικοδόμηση ενός ισχυρού Καναδά για όλους» (“If you have a little bit of extra money, we’ll make it easy for you to invest in the fund to help build Canada strong, for all”).
Διαβάζοντας αυτή την προσέγγιση, ένας πολίτης της μικρής αυτής νησιωτικής χώρας, δεν μπορεί παρά να νιώσει μια κάποια αμηχανία.
Η ιδέα ενός κράτους που λειτουργεί ως μακροπρόθεσμος επενδυτής, χτίζοντας συστηματικά πλούτο για το μέλλον, γεννά σχεδόν αυθόρμητα τη σκέψη: «Πώς θα ήταν μια Ελλάδα που λειτουργεί έτσι;». Κι όμως, όσο ελκυστική κι αν είναι αυτή η εικόνα, μοιάζει, τουλάχιστον σήμερα, δύσκολα εφαρμόσιμη έως ανέφικτη.
Γιατί είναι ανέφικτο για την Ελλάδα
Το μοντέλο αυτό δεν είναι θεωρητικό. Χώρες όπως η Νορβηγία έχουν ήδη δημιουργήσει εξαιρετικά επιτυχημένα κρατικά επενδυτικά ταμεία, όπως το Government Pension Fund Global, αξιοποιώντας διαχρονικά έσοδα και μετατρέποντάς τα σε παγκόσμια επενδυτική ισχύ.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η μεταφορά ενός αντίστοιχου μοντέλου μοιάζει εντελώς ανέφικτο.
Πρώτον, απουσιάζουν τα μεγάλα και σταθερά δημοσιονομικά πλεονάσματα που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν ένα τέτοιο ταμείο.
Σε αντίθεση με χώρες που διαθέτουν πλούσιες πηγές εσόδων, η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί υπό το βάρος υψηλού δημόσιου χρέους, τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα και φυσικά η εμπειρία της οικονομικής κρίσης παραμένει καθοριστική.
Δεύτερον, ένα τέτοιο μοντέλο προϋποθέτει ισχυρούς και ανεξάρτητους θεσμούς, ικανούς να διαχειρίζονται κεφάλαια με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.
Στην ελληνική πραγματικότητα, η έλλειψη αξιοπιστίας και η ιστορικά χαμηλή εμπιστοσύνη στη διαχείριση δημόσιου χρήματος αποτελούν σοβαρά εμπόδια.
Τρίτον, το οικονομικό περιβάλλον δεν προσφέρει την ίδια δυνατότητα συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα όπως σε πιο ανεπτυγμένες αγορές.
Το μοντέλο Carney βασίζεται σε ισχυρές κεφαλαιαγορές και μεγάλους θεσμικούς επενδυτές, στοιχεία που στην Ελλάδα παραμένουν περιορισμένα.
Τέλος, υπάρχει ήδη ένας μηχανισμός διαχείρισης δημόσιας περιουσίας, η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, ο οποίος όμως έχει διαφορετικό προσανατολισμό, καθώς επικεντρώνεται κυρίως στην αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων και όχι στη δημιουργία ενός δυναμικού επενδυτικού αποθεματικού.
Συνολικά, το μοντέλο Carney δεν αποτελεί μια ουτοπική ιδέα, αλλά ένα εργαλείο που προϋποθέτει συγκεκριμένες οικονομικές και θεσμικές συνθήκες.
Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς προκαλεί αυτή την αμηχανία: Γιατί φωτίζει με έντονο τρόπο την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσε να είναι εφικτό σε ορισμένες χώρες και σε αυτό που σήμερα παραμένει δύσκολο για άλλες, όπως η Ελλάδα.
Ας μην αγνοούμε και την νοοτροπία που είναι εντελώς διαφορετική, καθώς κρίσιμο είναι το ζήτημα της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Ένα τέτοιο ταμείο απαιτεί ανεξαρτησία από την πολιτική εξουσία. Στην ελληνική πραγματικότητα, όπου η διαχείριση δημόσιων πόρων έχει συχνά αμφισβητηθεί και οι πολιτικές προτεραιότητες μεταβάλλονται γρήγορα, η διασφάλιση αυτών των προϋποθέσεων δεν είναι αυτονόητη.
Και φυσικά, ας μην αγνοούμε και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις που είναι διάχυτες στην ελληνική κοινωνία.
Σοφία Λαλιωτίτη

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ