Η φράση του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στην εκδήλωση για την Εθνική Ημέρα Αλήθειας και Συμφιλίωσης στο Έντμοντον αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί πέρα από το συμβολικό της περιεχόμενο.
«Η συμφιλίωση είναι ένα ταξίδι, όχι ένας προορισμός. Είναι στάση ζωής, όχι ένα επίτευγμα. Η δουλειά μας είναι να προχωρήσουμε μαζί, όσο πιο μακριά και όσο πιο γρήγορα μπορούμε, σε αυτόν τον δρόμο».
Η δήλωση δεν αποτελεί, από μόνη της, μια νέα πολιτική. Ωστόσο, εντάσσεται σε μια ευρύτερη κατεύθυνση της κυβέρνησης Κάρνεϊ, η οποία φαίνεται να συνδέει πλέον πιο άμεσα τη συμφιλίωση με την οικονομική συμμετοχή, την ιδιοκτησία και τον ρόλο των αυτόχθονων λαών στις μεγάλες αναπτυξιακές αποφάσεις του Καναδά.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ιστορική διάσταση της συμφιλίωσης. Στην επίσημη δήλωσή του για την 30ή Σεπτεμβρίου, ο Κάρνεϊ αναγνώρισε την ευθύνη του καναδικού κράτους για το σύστημα των residential schools, μέσω του οποίου περισσότερα από 150.000 παιδιά First Nations, Inuit και Métis απομακρύνθηκαν από τις οικογένειες και τις κοινότητές τους.
Παράλληλα, επανέλαβε τη δέσμευση για την υλοποίηση των 94 Calls to Action της Truth and Reconciliation Commission.
Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται και στο δεύτερο σκέλος της πολιτικής.
Από την κυβέρνηση Κάρνεϊ προωθείται η λεγόμενη «economic reconciliation»: όχι μόνο αναγνώριση των δικαιωμάτων και της ιστορικής αδικίας, αλλά και μεγαλύτερη συμμετοχή των αυτόχθονων κοινοτήτων στην οικονομία και, κυρίως, στα μεγάλα έργα που πραγματοποιούνται στις περιοχές τους.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ομοσπονδιακό Indigenous Loan Guarantee Program. Ο μηχανισμός αυτός διευκολύνει τις Indigenous Nations να χρηματοδοτούν την απόκτηση μετοχικών συμμετοχών σε μεγάλα έργα. Το 2026 το ομοσπονδιακό πρόγραμμα διαθέτει πλαίσιο εγγυήσεων ύψους 10 δισ. καναδικών δολαρίων.
Η λογική είναι σημαντική: Οι αυτόχθονες κοινότητες δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως ομάδες που πρέπει να «ερωτηθούν» ή να αποζημιωθούν όταν ένα έργο επηρεάζει τα εδάφη τους, αλλά ως δυνητικοί οικονομικοί εταίροι και ιδιοκτήτες.
Αυτό φαίνεται καθαρά σε μεγάλα ενεργειακά έργα.
Στο LNG Canada Phase 2 στη Βρετανική Κολομβία, πέντε First Nations έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν έως 1 δισ. καναδικά δολάρια, αποκτώντας πλειοψηφική συμμετοχή στην ιδιοκτησία της νέας δεξαμενής αποθήκευσης. Η τελική επενδυτική απόφαση για τη δεύτερη φάση ανακοινώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2026.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του νέου πυρηνικού έργου Darlington στο Οντάριο.
Επτά First Nations συμφώνησαν να προχωρήσουν προς την απόκτηση σημαντικού μειοψηφικού ποσοστού στο έργο, με τη βοήθεια ομοσπονδιακών και επαρχιακών εγγυήσεων δανείων συνολικού ύψους περίπου 715 εκατ. καναδικών δολαρίων.
Η καναδική κυβέρνηση χαρακτήρισε τη συμφωνία τη μεγαλύτερη Indigenous loan guarantee στην ιστορία της χώρας.
Η ίδια προσέγγιση εμφανίζεται και στον ενεργειακό σχεδιασμό του Κάρνεϊ. Τον Ιούλιο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προωθεί νέο αγωγό πετρελαίου προς τη δυτική ακτή σε συνεργασία με την Αλμπέρτα και με συμμετοχή αυτόχθονων κοινοτήτων.
Την 1η Οκτωβρίου, ο Κάρνεϊ ανακοίνωσε ότι το έργο, πλέον με την ονομασία Pacific Link, θα προσφέρει στις Indigenous communities ελάχιστη δυνατότητα ιδιοκτησίας 10%.
Έτσι, διαμορφώνεται μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση στην πολιτική της Οτάβα.
Η συμφιλίωση δεν εγκαταλείπει το ιστορικό της περιεχόμενο. Residential schools, γλώσσα, πολιτισμός, δικαιώματα, Συνθήκες και οι 94 προτάσεις της Truth and Reconciliation Commission παραμένουν στον πυρήνα της κυβερνητικής ρητορικής.
Ταυτόχρονα, όμως, η κυβέρνηση Κάρνεϊ επιχειρεί να συνδέσει τη συμφιλίωση με την ανάπτυξη. Η συμμετοχή των αυτόχθονων λαών στα μεγάλα έργα παρουσιάζεται ως μέσο οικονομικής αυτονομίας, δημιουργίας πλούτου και μεγαλύτερης αυτοδιάθεσης.
Υπάρχει, πάντως, και μια σημαντική παράμετρος που δείχνει ότι η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Global News, από τις 94 Calls to Action της Truth and Reconciliation Commission, 14 θεωρούνται ολοκληρωμένες, 41 βρίσκονται σε εξέλιξη, 24 έχουν χαρακτηριστεί στάσιμες και 15 δεν έχουν ξεκινήσει, σύμφωνα με την ανεξάρτητη οργάνωση Indigenous Watchdog.
Αυτό εξηγεί ίσως καλύτερα και τη διατύπωση του Κάρνεϊ στο Έντμοντον. Όταν λέει ότι η συμφιλίωση είναι «ταξίδι και όχι προορισμός», δεν περιγράφει μια διαδικασία που θεωρείται ήδη ολοκληρωμένη.
Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι η απόσταση ανάμεσα στη δημόσια αναγνώριση του παρελθόντος και στην εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών παραμένει σημαντική.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικό στοιχείο της νέας περιόδου. H κυβέρνηση Κάρνεϊ επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την αποκλειστικά συμβολική αναγνώριση της ιστορικής αδικίας σε ένα μοντέλο στο οποίο οι αυτόχθονες λαοί συμμετέχουν περισσότερο στις αποφάσεις, στη χρηματοδότηση και στην ιδιοκτησία των έργων που διαμορφώνουν την οικονομία του Καναδά.
Το αν αυτή η προσέγγιση θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή θα κριθεί στην πράξη. Aπό την πρόοδο των 94 Calls to Action, από την εφαρμογή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η καναδική νομοθεσία και από το κατά πόσο οι Indigenous Nations θα έχουν πραγματικό λόγο και πραγματικό οικονομικό όφελος στα μεγάλα έργα που αναπτύσσονται στα εδάφη τους.
Η φράση του Κάρνεϊ, επομένως, μπορεί να διαβαστεί όχι ως ανακοίνωση μιας «νέας πολιτικής» με την στενή έννοια, αλλά ως συμπύκνωση μιας ευρύτερης κυβερνητικής κατεύθυνσης: από τη μνήμη και την αναγνώριση, προς τη συμμετοχή, την εταιρική σχέση και την οικονομική αυτονομία.
Και η διαδρομή, όπως ο ίδιος υπενθύμισε, συνεχίζεται.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ