Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου, 2026

Τραμπ για Καναδά: Ο εμπορικός πόλεμος περνά σε νέα φάση

Νέα, ιδιαίτερα σκληρή κλιμάκωση στη σύγκρουση ΗΠΑ–Καναδά ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, μεταφέροντας πλέον την εμπορική αντιπαράθεση από το πεδίο των δασμών και στις κρατικές προμήθειες.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι οι καναδικές εταιρείες θα αποκλειστούν από την πρόσβαση σε ορισμένα ομοσπονδιακά προγράμματα κρατικών συμβάσεων των ΗΠΑ, σε μια κίνηση που αυξάνει σημαντικά την οικονομική πίεση προς την Οτάβα.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ κατηγόρησε τον Καναδά ότι περιορίζει την πρόσβαση αμερικανικών επιχειρήσεων στις δικές του αγορές κρατικών προμηθειών και έδωσε εντολή στις αμερικανικές υπηρεσίες να λάβουν μέτρα για τον περιορισμό της συμμετοχής καναδικών προϊόντων στα ομοσπονδιακά προγράμματα προμηθειών.

Η Ουάσινγκτον συνδέει μάλιστα την άρση των περιορισμών με την αποκατάσταση αυτού που ο Τραμπ χαρακτηρίζει «πλήρη και δίκαιη αμοιβαιότητα».

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δεν πρόκειται απλώς για έναν ακόμη δασμό. Οι κρατικές συμβάσεις αποτελούν μια μεγάλη αγορά για επιχειρήσεις που προμηθεύουν την αμερικανική κυβέρνηση με προϊόντα, εξοπλισμό και υπηρεσίες.

Επομένως, η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί πλέον όχι μόνο τους τελωνειακούς δασμούς, αλλά και την πρόσβαση στην ίδια την αμερικανική αγορά δημοσίων προμηθειών ως μοχλό πίεσης.

Από τους δασμούς στις απαγορεύσεις

Η κίνηση αυτή ήρθε την ίδια ημέρα που ο Τραμπ προχώρησε σε ένα ακόμη πιο επιθετικό πακέτο μέτρων κατά των καναδικών εισαγωγών.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε πέντε προεδρικές διακηρύξεις βάσει του Section 338 του αμερικανικού Tariff Act, με τις οποίες απαγορεύεται η εισαγωγή συγκεκριμένων καναδικών προϊόντων στις ΗΠΑ και τροποποιείται το πεδίο εφαρμογής των ήδη υφιστάμενων δασμών.

Από τις 29 Σεπτεμβρίου θα απαγορεύεται η εισαγωγή συγκεκριμένων καναδικών αλκοολούχων ποτών, γαλακτοκομικών προϊόντων και ορισμένων μοτοσικλετών, μεταξύ άλλων προϊόντων. Παράλληλα, από τις 15 Σεπτεμβρίου διευρύνεται ο κατάλογος των καναδικών προϊόντων που θα αντιμετωπίζουν επιπλέον δασμό 50%.

Στα προϊόντα που επηρεάζονται περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τυριά και άλλα γαλακτοκομικά, προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου, έπιπλα και άλλα βιομηχανικά προϊόντα, ενώ ο κατάλογος έχει τροποποιηθεί ώστε ορισμένα προϊόντα να αφαιρεθούν και άλλα να προστεθούν.

Ορισμένες κατηγορίες, αντίθετα, εξαιρούνται από τους νέους επιπλέον δασμούς. Μεταξύ αυτών βρίσκονται προϊόντα όπως το χαρτί υγείας, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση επανεξετάζει τις επιπτώσεις των μέτρων στην αμερικανική οικονομία και στους καταναλωτές.

Γιατί ο Τραμπ χτυπά το αλκοόλ

Ιδιαίτερο βάρος έχει η απόφαση για τα καναδικά αλκοολούχα ποτά.

Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι ο Καναδάς εξακολουθεί να εφαρμόζει διακριτική μεταχείριση σε βάρος των αμερικανικών αλκοολούχων προϊόντων. Ο Λευκός Οίκος επικαλείται ειδικά τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στα αμερικανικά ποτά στην καναδική αγορά.

Το ζήτημα έχει και έντονη πολιτική διάσταση. Σε πολλές καναδικές επαρχίες τα αμερικανικά κρασιά και άλλα αλκοολούχα ποτά απομακρύνθηκαν από τα ράφια ως αντίδραση στις αμερικανικές εμπορικές πολιτικές. Το μποϊκοτάζ εξελίχθηκε σε σύμβολο της καναδικής αντίδρασης απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ.

Έτσι, το αλκοόλ έχει μετατραπεί από εμπορικό προϊόν σε πολιτικό όπλο και στις δύο πλευρές των συνόρων.

Η απάντηση του Καναδά

Η Οτάβα δεν έμεινε αδρανής.

Ο Καναδάς επέβαλε από τις 8 Σεπτεμβρίου νέους ανταποδοτικούς δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 27,6 δισ. δολαρίων Καναδά, αντιστοιχίζοντας σε μεγάλο βαθμό τα αμερικανικά μέτρα.

Στο στόχαστρο βρίσκονται μεταξύ άλλων προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου, γαλακτοκομικά, ηλεκτρικές συσκευές, αγροτικός εξοπλισμός, χαρτί, πλαστικά και ηλεκτρονικά.

Η καναδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα αμερικανικά μέτρα είναι άδικα και οικονομικά επιζήμια και ότι οι νέες καναδικές κυρώσεις αποτελούν απάντηση στις αμερικανικές επιβαρύνσεις.

Ο υπουργός του Καναδά για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, Ντομινίκ Λεμπλάν, δήλωσε ότι η Οτάβα εξετάζει τα «αδικαιολόγητα» αμερικανικά μέτρα και ότι παραμένει σε επαφή με τον Αμερικανό εμπορικό εκπρόσωπο Τζέιμισον Γκριρ.

Το μήνυμα της καναδικής κυβέρνησης είναι ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο διαλόγου, αλλά όχι με τίμημα την καναδική κυριαρχία.

Το μεγάλο στοίχημα του Μαρκ Κάρνεϊ

Στο μεταξύ, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ προωθεί μια στρατηγική που μέχρι πρόσφατα θα θεωρούνταν εξαιρετικά δύσκολη.

Τη σταδιακή μείωση της οικονομικής εξάρτησης της χώρας από τις ΗΠΑ.

Το πρόβλημα είναι ότι η αλληλεξάρτηση των δύο οικονομιών είναι τεράστια.

Περίπου 68% των καναδικών εξαγωγών κατευθύνονται στις ΗΠΑ, ενώ οι δύο χώρες είναι βαθιά ενσωματωμένες σε αλυσίδες παραγωγής, από την αυτοκινητοβιομηχανία και την ενέργεια μέχρι τα αγροτικά προϊόντα και τη βιομηχανία.

Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια του Κάρνεϊ να διαφοροποιήσει το καναδικό εμπόριο έχει κόστος. Η κυβέρνηση του Καναδά γνωρίζει ότι η αντικατάσταση της αμερικανικής αγοράς δεν μπορεί να γίνει από τη μια ημέρα στην άλλη.

Ωστόσο, η κρίση με τον Τραμπ έχει δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό δόγμα στην Οτάβα: ο Καναδάς δεν θέλει πλέον να θεωρεί δεδομένη την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά.

Η κυβέρνηση εξετάζει, συνεπώς, την ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων με άλλες περιοχές, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλες διεθνείς αγορές.

Το παράδοξο: Η πίεση μπορεί να ενισχύσει τον Κάρνεϊ

Η στρατηγική του Τραμπ έχει ένα πολιτικό παράδοξο.

Αντί να οδηγήσει άμεσα τον Καναδά σε υποχώρηση, η επιθετική εμπορική πολιτική έχει ενισχύσει το αίσθημα ότι η χώρα πρέπει να προστατεύσει την οικονομική και πολιτική της αυτονομία.

Ο Κάρνεϊ εμφανίζεται έτσι να αντιμετωπίζει την αμερικανική πίεση ως μια μακροπρόθεσμη πρόκληση: να αποδείξει ότι ο Καναδάς μπορεί να επιβιώσει οικονομικά με μικρότερη εξάρτηση από τον ισχυρότερο γείτονά του.

Το κόστος, όμως, είναι πραγματικό. Οι καναδικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολότερη πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, ενώ οι αμερικανικές επιχειρήσεις που εξαρτώνται από καναδικές πρώτες ύλες και προϊόντα αντιμετωπίζουν επίσης αυξημένα κόστη.

Γι’ αυτό και ο εμπορικός πόλεμος δεν είναι μια σύγκρουση όπου υπάρχει εύκολα ένας μόνο «νικητής».

Μια κρίση που ξεπερνά τους δασμούς

Το σημαντικότερο στοιχείο της τελευταίας εξέλιξης είναι ότι η σύγκρουση πλέον δεν περιορίζεται στο ύψος των δασμών.

Η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί ταυτόχρονα:

  • απαγορεύσεις εισαγωγών,
  • δασμούς έως 50%,
  • περιορισμούς στις κρατικές συμβάσεις,
  • πιέσεις σε συγκεκριμένους κλάδους,
  • και την απειλή για περαιτέρω εμπορικά μέτρα.

Ο Καναδάς απαντά με αντίστοιχους δασμούς και με προσπάθεια διαφοροποίησης των εμπορικών του σχέσεων.

Το διακύβευμα είναι πλέον μεγαλύτερο από το αν θα ακριβύνουν ορισμένα καναδικά προϊόντα στα αμερικανικά ράφια.

Διακυβεύεται το μοντέλο οικονομικής σχέσης που έχει οικοδομηθεί στη Βόρεια Αμερική εδώ και δεκαετίες.

Οι δύο χώρες είναι τόσο στενά συνδεδεμένες ώστε μια παρατεταμένη εμπορική σύγκρουση μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τους καταναλωτές αλλά και τις επενδύσεις, τις αλυσίδες εφοδιασμού, τις θέσεις εργασίας και τη λειτουργία ολόκληρων βιομηχανικών κλάδων.

Και το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι αν η κλιμάκωση θα οδηγήσει τελικά σε έναν νέο συμβιβασμό ή αν Τραμπ και Κάρνεϊ έχουν μπει σε μια σύγκρουση από την οποία καμία πλευρά δεν μπορεί εύκολα να υποχωρήσει χωρίς πολιτικό κόστος.

Προς το παρόν, η εικόνα παραμένει αυτή της κλιμάκωσης. Η Ουάσινγκτον επιμένει στην «αμοιβαιότητα», η Οτάβα δηλώνει ότι δεν θα δεχθεί πιέσεις που θεωρεί ότι πλήττουν την κυριαρχία της και οι επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές των συνόρων καλούνται να προετοιμαστούν για μια περίοδο μεγαλύτερης αβεβαιότητας.


Διαβάστε επίσης:

Don't Miss