Δικαστήριο στην Αλμπέρτα διέταξε το προσωρινό «πάγωμα» περιουσίας ύψους $8,5 εκατ. του Jeffrey Rath, στο πλαίσιο δικαστικής διαμάχης με την Tallcree First Nation για τη διαχείριση καταπιστεύματος εκατομμυρίων
Σημαντικές διαστάσεις λαμβάνει στον Καναδά η δικαστική διαμάχη ανάμεσα στην Tallcree First Nation και τον δικηγόρο Τζέφρι Ραθ, μία από τις πιο γνωστές προσωπικότητες του κινήματος υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλμπέρτα. Το Ανώτατο Δικαστήριο της επαρχίας προχώρησε σε προσωρινή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων συνολικής αξίας έως 8,5 εκατ. καναδικών δολαρίων, κρίνοντας ότι υπάρχει επαρκής βάση για τον κίνδυνο μεταφοράς ή απόκρυψης περιουσίας πριν ολοκληρωθεί η εκδίκαση της υπόθεσης.
Η απόφαση αφορά τόσο τον ίδιο τον Ραθ όσο και τη δικηγορική εταιρεία του, Jeffrey R.W. Rath Professional Corporation, που λειτουργεί ως Rath & Company. Η εντολή παραμένει σε ισχύ έως τη νέα ακροαματική διαδικασία που έχει προγραμματιστεί για τις 15 Ιουλίου.
Η λεγόμενη εντολή Mareva αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα προληπτικά εργαλεία του καναδικού δικαστικού συστήματος. Δεν συνιστά διαπίστωση ενοχής ούτε προδικάζει την έκβαση της υπόθεσης, αλλά αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι, σε περίπτωση δικαστικής καταδίκης, θα υπάρχουν διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία για την εκτέλεση της απόφασης.
Από διαφωνία για αμοιβές σε σύγκρουση για εκατομμύρια δολάρια καταπιστεύματος
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε από τη δικαστική αμφισβήτηση της αμοιβής που είχε λάβει η εταιρεία του Ραθ για τη διαχείριση ιστορικού διακανονισμού της Tallcree First Nation, ύψους 57,6 εκατ. δολαρίων, στο πλαίσιο της Συνθήκης 8.
Το 2021, τα καναδικά δικαστήρια έκριναν υπερβολική την αμοιβή του 20% που είχε συμφωνηθεί, διατάσσοντας την επιστροφή περίπου 8,5 εκατ. δολαρίων στο καταπίστευμα της κοινότητας.
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν σταμάτησε εκεί. Σύμφωνα με τις νέες δικαστικές προσφυγές της Tallcree First Nation, προέκυψαν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο διαχείρισης των κεφαλαίων του καταπιστεύματος, το οποίο είχε δημιουργηθεί ώστε να διαχειρίζεται τις αποζημιώσεις των μελών της κοινότητας, διαφυλάσσοντας παράλληλα τα μερίδια των ανήλικων δικαιούχων έως την ενηλικίωσή τους.
Στις ένορκες καταθέσεις που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, ο αρχηγός της κοινότητας, Ρούπερτ Μενίν, υποστηρίζει ότι η εταιρεία του Ραθ, ως μοναδικός διαχειριστής του καταπιστεύματος, σταμάτησε μετά το 2020 να παρέχει τις προβλεπόμενες οικονομικές καταστάσεις. Όπως αναφέρεται, τα στοιχεία παραδόθηκαν μόνο έπειτα από επανειλημμένες απαιτήσεις και σχετική δικαστική εντολή.
Οι νέες οικονομικές αποκαλύψεις και οι σοβαρές καταγγελίες
Τα οικονομικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στη δικαιοσύνη αποκάλυψαν, σύμφωνα με την προσφυγή της Tallcree, ότι το 2024 επιβλήθηκαν στο καταπίστευμα χρεώσεις άνω των 6 εκατ. δολαρίων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται περίπου 4,6 εκατ. δολάρια ως αναδρομικά διοικητικά έξοδα διαχείρισης του καταπιστεύματος και ακόμη 1,4 εκατ. δολάρια ως επαγγελματικές αμοιβές. Την επόμενη χρονιά προστέθηκαν επιπλέον χρεώσεις περίπου 420.000 δολαρίων.
Οι δικηγόροι της κοινότητας υποστηρίζουν ότι ο χρόνος επιβολής αυτών των αμοιβών δημιουργεί την εντύπωση πως η επιστροφή των χρημάτων που είχε διατάξει το δικαστήριο χρηματοδοτήθηκε ουσιαστικά από τα ίδια τα κεφάλαια του καταπιστεύματος. Με άλλα λόγια, ισχυρίζονται ότι το ίδιο το ταμείο επιβαρύνθηκε οικονομικά για να καλυφθεί η δικαστικά επιβεβλημένη επιστροφή χρημάτων.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν έχουν μέχρι στιγμής εξεταστεί επί της ουσίας από το δικαστήριο και παραμένουν αναπόδεικτοι. Ο Τζέφρι Ραθ δεν έχει ακόμη καταθέσει επίσημη απάντηση στις νέες κατηγορίες, ενώ απέφυγε να σχολιάσει δημόσια την προσωρινή εντολή δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, επικαλούμενος ότι η υπόθεση βρίσκεται ακόμη ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Νέα αλλαγή στη διαχείριση του καταπιστεύματος
Παράλληλα, η Tallcree First Nation δηλώνει ότι αγνοεί την ακριβή τοποθεσία των κεφαλαίων του καταπιστεύματος, υποστηρίζοντας πως θεωρούσε ότι αυτά βρίσκονταν σε λογαριασμό της RBC, μέχρι να διαπιστώσει ότι είχαν μεταφερθεί αλλού.
Ήδη από τα τέλη Ιουνίου, το δικαστήριο είχε διατάξει την άμεση απομάκρυνση της εταιρείας Rath ως προσωρινού διαχειριστή του καταπιστεύματος, ορίζοντας στη θέση της την BMO Trust Company. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, η νέα διαχειρίστρια εκτιμάται ότι θα χρεώνει ετήσια αμοιβή περίπου 44.700 δολαρίων προ φόρων, ποσό αισθητά χαμηλότερο από εκείνο που φέρεται να επιβλήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Παράλληλα, το δικαστήριο διέταξε τον Ραθ να παραδώσει όλα τα οικονομικά στοιχεία και τα σχετικά αρχεία μέσα σε αυστηρές προθεσμίες, προβλέποντας ημερήσιο πρόστιμο 2.500 δολαρίων για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.
Η επόμενη δικαστική ακρόαση αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο σταθμό για μία υπόθεση που ήδη προκαλεί έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις στον Καναδά, καθώς συνδυάζει ζητήματα διαχείρισης χρημάτων αυτόχθονων κοινοτήτων, επαγγελματικής δεοντολογίας και τον δημόσιο ρόλο ενός από τα πλέον προβεβλημένα πρόσωπα του κινήματος υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλμπέρτα.
Διαβάστε επίσης: «Θρίλερ» στη Μαδρίτη: Αστυνομικοί στα κεντρικά του κυβερνώντος κόμματος για οικονομικό σκάνδαλο

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ