Η κυβέρνηση του Κεμπέκ ενεργοποιεί σχέδιο στήριξης της τοπικής αγοράς, με συμβάσεις ύψους έως 1,5 δισ. δολαρίων να κατευθύνονται σε επιχειρήσεις της Επαρχίας.
Σε νέα φάση περνά ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς η κυβέρνηση του Κεμπέκ αποφάσισε να ενισχύσει αποφασιστικά την προτίμηση σε εγχώριους προμηθευτές στις δημόσιες συμβάσεις.
Η πρωθυπουργός του Κεμπέκ Κριστίν Φρεσέτ ανακοίνωσε ότι τα νέα μέτρα μπορούν να διοχετεύσουν έως και 1,5 δισ. δολάρια στην οικονομία της επαρχίας μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες, δίνοντας προτεραιότητα σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Κεμπέκ και τον Καναδά.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο έντονης εμπορικής αντιπαράθεσης με την Ουάσινγκτον και ενώ τίθενται σε εφαρμογή τα νέα καναδικά αντίμετρα στους αμερικανικούς δασμούς.
Ο Καναδάς απαντά στον Τραμπ: Νέοι δασμοί σε περισσότερα από 700 αμερικανικά προϊόντα
«Δεν θα γονατίσουμε»
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, η Φρεσέτ παρουσίασε την πολιτική της κυβέρνησής της ως απάντηση στην αμερικανική πίεση.
Χωρίς να κρύψει την πολιτική διάσταση της σύγκρουσης, αναφέρθηκε στον Ντόναλντ Τραμπ ως «νταή» και τόνισε ότι το Κεμπέκ δεν πρόκειται να υποχωρήσει.
«Έχουμε δύο επιλογές: να υποκλιθούμε ή να σταθούμε όρθιοι», ήταν το μήνυμα που έστειλε, υποστηρίζοντας ότι η δική της επιλογή είναι να υπερασπιστεί την οικονομία και τις επιχειρήσεις της επαρχίας.
Τα νέα μέτρα προβλέπουν, μεταξύ άλλων, προνομιακή μεταχείριση επιχειρήσεων με παραγωγική ή οικονομική δραστηριότητα στον Καναδά, ενώ σε συγκεκριμένες συμβάσεις θα μπορούν να τίθενται απαιτήσεις για την προέλευση των προϊόντων και των υλικών.
Νέοι δασμοί-«φωτιά» 50% από τον Τραμπ σε καναδικά προϊόντα
Προτεραιότητα στα προϊόντα του Κεμπέκ
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην τοπική προστιθέμενη αξία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι προσφορές εταιρειών από το Κεμπέκ ή τον Καναδά θα μπορούν να αποκτούν πλεονέκτημα έως και 15% κατά την αξιολόγηση των διαγωνισμών.
Για συμβάσεις κάτω από το όριο των 9,2 εκατ. δολαρίων, συγκεκριμένοι δημόσιοι οργανισμοί, μεταξύ των οποίων το Υπουργείο Μεταφορών, η Santé Québec και η Société québécoise des infrastructures, θα πρέπει να προβλέπουν ότι τουλάχιστον το 15% της αξίας των υλικών και του εξοπλισμού θα προέρχεται από το Κεμπέκ ή τον Καναδά.
Ακόμη πιο προστατευτική θα είναι η πολιτική στον κλάδο του επίπλου, όπου η κυβέρνηση σχεδιάζει να προμηθεύεται αποκλειστικά από επιχειρήσεις του Κεμπέκ.
Παράλληλα, οι κρατικές εταιρείες θα κληθούν να καταρτίσουν δικές τους στρατηγικές προμηθειών με προτεραιότητα στα προϊόντα της επαρχίας.
Αυτά είναι τα καναδικά προϊόντα που μπαίνουν στο στόχαστρο των νέων δασμών Τραμπ
Περιορισμένος ο άμεσος αντίκτυπος στις αμερικανικές εταιρείες
Παρά τη σκληρή ρητορική, η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι τα μέτρα δεν θα αποκλείσουν μαζικά αμερικανικές επιχειρήσεις από την αγορά του Κεμπέκ.
Σύμφωνα με την πρωθυπουργό, λιγότερο από το 10% των εταιρειών που συμμετέχουν σε σχετικούς διαγωνισμούς αναμένεται να επηρεαστούν άμεσα. Ωστόσο, οι εταιρείες του Κεμπέκ θα αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα στην αξιολόγηση των προσφορών.
Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές μπορούν να επηρεάσουν συμβάσεις συνολικής αξίας περίπου 1,5 δισ. δολαρίων.
Παράλληλα, το Κεμπέκ σχεδιάζει να δημιουργήσει ειδική ομάδα εργασίας, η οποία θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις να εντοπίσουν εναλλακτικούς προμηθευτές εντός του Κεμπέκ ή σε άλλες καναδικές επαρχίες, μειώνοντας την εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η συγκέντρωση παραγγελιών, ώστε οι καναδικές επιχειρήσεις να μπορούν να πετύχουν καλύτερες τιμές και να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
Νέο επεισόδιο στον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ–Καναδά με τα καναδικά αντίμετρα
Η αντιπολίτευση κατηγορεί τη Φρεσέτ για πολιτική εκμετάλλευση
Η απόφαση της κυβέρνησης δεν έμεινε χωρίς πολιτικές αντιδράσεις.
Οι αντίπαλοί της υποστήριξαν ότι η πρωθυπουργός χρησιμοποιεί την εμπορική κρίση για να ενισχύσει τη θέση της ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης.
Ο ηγέτης του Parti Québécois, Πολ Σεν-Πιερ Πλαμοντόν, άσκησε κριτική στη στρατηγική της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι το Κεμπέκ θα έπρεπε να είχε ζητήσει διαφορετική αντιμετώπιση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Ανάλογη ήταν η κριτική και από τον ηγέτη των Φιλελευθέρων του Κεμπέκ, Τσαρλς Μίλιαρντ, ο οποίος κατηγόρησε τη Φρεσέτ ότι μετατρέπει την εμπορική κρίση σε πολιτικό θέαμα.
Η ίδια απέρριψε τις αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι δεν αντιμετωπίζουν μια επικοινωνιακή κρίση αλλά μια πραγματική οικονομική απειλή.
Στο στόχαστρο του Τραμπ η Bombardier
Η αντιπαράθεση πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά την επίθεση του Ντόναλντ Τραμπ στην Bombardier, μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις του Κεμπέκ.
Ο Τραμπ απειλεί την Bombardier και το καναδικό δολάριο
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε μέσω των κοινωνικών δικτύων ότι επιθυμεί να εμποδίσει τις πωλήσεις αεροσκαφών της εταιρείας στην αμερικανική αγορά, υποστηρίζοντας ότι η Bombardier θα πρέπει να αυξήσει την παραγωγική της δραστηριότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες εάν θέλει να διατηρήσει απρόσκοπτη πρόσβαση στην αγορά.
Η εξέλιξη προκαλεί ανησυχία, καθώς η Bombardier διαθέτει σημαντική παρουσία στις ΗΠΑ και η αμερικανική αγορά αποτελεί κρίσιμο τμήμα της δραστηριότητάς της.
Από την καναδική πλευρά, επισημαίνεται ότι μια απότομη αναδιάταξη της εφοδιαστικής αλυσίδας θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη και θα μπορούσε να προκαλέσει επιπτώσεις όχι μόνο στο Κεμπέκ αλλά και σε αμερικανικές επιχειρήσεις και εργαζομένους.
ΗΠΑ-Καναδά:Από εμπορική διαμάχη σε πολιτικό ρίσκο
Μάχη για την οικονομική αυτονομία
Το Κεμπέκ επιχειρεί έτσι να μετατρέψει την εμπορική κρίση σε ευκαιρία για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Η κυβέρνηση θέλει να περιορίσει την εξάρτηση από τους Αμερικανούς προμηθευτές και να κρατήσει μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων δαπανών εντός της επαρχίας.
Την ίδια ώρα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπη με το δύσκολο στοίχημα να στηρίξει τις τοπικές επιχειρήσεις χωρίς να αυξήσει υπερβολικά το κόστος για το Δημόσιο.
Καθώς η εμπορική σύγκρουση με την Ουάσινγκτον συνεχίζεται, το «Buy Quebec» αποκτά πλέον σαφή οικονομική και πολιτική διάσταση.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η στρατηγική αυτή μπορεί να ενισχύσει πραγματικά την τοπική οικονομία ή εάν θα οδηγήσει σε έναν νέο κύκλο αντιποίνων και εμπορικών περιορισμών.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ