Άρθρο του Γιώργου Σ. Σκορδίλη
Η απόφαση της Ελλάδας να συμμετάσχει ως ιδρυτικό μέλος της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Άμυνα και την Ασφάλεια (Defence, Security and Resilience Bank – DSRB), σε συνεργασία με τον Καναδά και άλλους διεθνείς εταίρους, δεν αποτελεί μια ακόμη διπλωματική πρωτοβουλία.
Είναι μια στρατηγική επιλογή που συνδέει την εθνική ασφάλεια με την οικονομική ανάπτυξη, την τεχνολογική πρόοδο και τη βιομηχανική αναγέννηση.
Το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι υβριδικές απειλές, οι κυβερνοεπιθέσεις και η ανάγκη προστασίας κρίσιμων υποδομών έχουν καταστήσει σαφές ότι η ασφάλεια δεν εξαντλείται πλέον στις στρατιωτικές δυνατότητες ενός κράτους.
Απαιτεί επενδύσεις στην καινοτομία, στις νέες τεχνολογίες, στις ανθεκτικές υποδομές και σε μια ισχυρή βιομηχανική βάση που μπορεί να υποστηρίξει την άμυνα και την οικονομία ταυτόχρονα.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό η DSRB. Σε αντίθεση με τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, ο νέος οργανισμός φιλοδοξεί να κινητοποιήσει σημαντικά ιδιωτικά κεφάλαια για τη χρηματοδότηση έργων που αφορούν την άμυνα, την ασφάλεια και τις τεχνολογίες αιχμής.
Η συμμετοχή της Ελλάδας από την πρώτη ημέρα σημαίνει ότι δεν θα είναι απλός αποδέκτης αποφάσεων, αλλά θα συμμετέχει στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων και των κανόνων λειτουργίας ενός θεσμού που μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα τα επόμενα χρόνια.
Η συνεργασία με τον Καναδά ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σημασία αυτής της επιλογής.
Ως μέλος του G7 και του ΝΑΤΟ, με προηγμένη αμυντική βιομηχανία και σημαντική τεχνογνωσία στους τομείς της αεροδιαστημικής, της τεχνητής νοημοσύνης και των προηγμένων τεχνολογιών, ο Καναδάς προσδίδει αξιοπιστία και διεθνή εμβέλεια στο εγχείρημα.
Για την Ελλάδα, η σύμπραξη αυτή διευρύνει το δίκτυο των στρατηγικών της συνεργασιών και ενισχύει τη θέση της σε ένα περιβάλλον όπου οι τεχνολογικές και αμυντικές συμμαχίες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Τα οφέλη για τη χώρα είναι απτά. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία αποκτά πρόσβαση σε νέες πηγές χρηματοδότησης, ενώ ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι προοπτικές που δημιουργούνται για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στην εφοδιαστική αλυσίδα του κλάδου.
Η δυνατότητα χρηματοδότησης νέων επενδύσεων μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη παραγωγικών μονάδων, αύξηση των εξαγωγών, ενίσχυση της έρευνας και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Με άλλα λόγια, η άμυνα μετατρέπεται σε μοχλό οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής προόδου.
Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι οι επενδύσεις στην αμυντική τεχνολογία δεν περιορίζονται στις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων.
Πολλές από τις καινοτομίες που σήμερα χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ζωή, από τις τηλεπικοινωνίες μέχρι τα συστήματα πλοήγησης και τις ψηφιακές εφαρμογές, προήλθαν από ερευνητικά προγράμματα που αναπτύχθηκαν αρχικά για αμυντικούς σκοπούς.
Η σύνδεση της άμυνας με την καινοτομία αποτελεί πλέον βασικό χαρακτηριστικό των ισχυρών οικονομιών.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να συμμετέχει ενεργά σε αυτές τις εξελίξεις. Διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου, αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας και μια αμυντική βιομηχανία που μπορεί να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο, εφόσον αποκτήσει πρόσβαση στα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία και στις διεθνείς συνεργασίες.
Η συμμετοχή στην DSRB και η συνεργασία με τον Καναδά δεν αποτελούν, επομένως, μια απλή θεσμική επιλογή. Αποτελούν μια στρατηγική επένδυση στο μέλλον της χώρας.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ισχύς των κρατών μετριέται ολοένα και περισσότερο με όρους τεχνολογίας, βιομηχανικής παραγωγής και ανθεκτικότητας, η Ελλάδα κάνει το αυτονόητο, επιλέγει να βρίσκεται εκεί όπου σχεδιάζεται το μέλλον και όχι εκεί όπου απλώς παρακολουθούνται οι εξελίξεις.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ