Νέοι τελωνειακοί κανόνες στις ΗΠΑ αναμένεται να δυσκολέψουν την εισαγωγή φθηνότερων φαρμάκων από τον Καναδά, προκαλώντας ανησυχία σε εκατομμύρια ασθενείς.
Εκατομμύρια Αμερικανοί που προμηθεύονται φθηνότερα συνταγογραφούμενα φάρμακα από τον Καναδά ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σημαντικά αυξημένο κόστος και καθυστερήσεις στις παραδόσεις από τις 22 Οκτωβρίου.
Η αλλαγή προκύπτει από την απόφαση των αμερικανικών τελωνειακών αρχών να αναστείλουν επ’ αόριστον την εξαίρεση de minimis, η οποία επέτρεπε σε μικρής αξίας αποστολές κάτω των 800 δολαρίων να περνούν από το τελωνείο με απλούστερες διαδικασίες και χωρίς δασμούς.
Ο νέος κανόνας δεν αφορά αποκλειστικά τα φάρμακα από τον Καναδά, αλλά τις διεθνείς ταχυδρομικές αποστολές γενικότερα. Ωστόσο, οι ασθενείς που βασίζονται σε καναδικά φαρμακεία για οικονομικότερες θεραπείες εκτιμάται ότι θα επηρεαστούν ιδιαίτερα.
Ανησυχία για τους ασθενείς
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2020 στο JAMA Network, περίπου 2,3 εκατομμύρια Αμερικανοί αγοράζουν φάρμακα από το εξωτερικό.
Οι νέες διαδικασίες θα απαιτούν περισσότερα στοιχεία για τις αποστολές και εγγύηση μέσω τελωνειακού ομολόγου, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον χρεώσεις, καθυστερήσεις ή ακόμη και προβλήματα στην παράδοση ορισμένων φαρμάκων.
Η εξέλιξη προκαλεί αντιδράσεις και στις δύο πλευρές του αμερικανικού πολιτικού φάσματος, καθώς αρκετοί Δημοκρατικοί αλλά και Ρεπουμπλικανοί βουλευτές ζητούν από την κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι οι ασθενείς που προμηθεύονται φάρμακα για προσωπική χρήση δεν θα αποκλειστούν από την πρόσβαση σε οικονομικότερες θεραπείες.
Μεγάλες διαφορές στις τιμές
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Eliquis, ενός ευρέως χρησιμοποιούμενου αντιπηκτικού. Σύμφωνα με στοιχεία της Campaign for Personal Prescription Importation, τρίμηνη ποσότητα 180 χαπιών των 5 mg κοστίζει περίπου 565 δολάρια μέσω καναδικού διαδικτυακού φαρμακείου.
Η ίδια ποσότητα εκτιμάται ότι κοστίζει περίπου 1.017 δολάρια μέσω της Amazon Pharmacy και περίπου 1.029 δολάρια μέσω του GoodRx.
Οι υποστηρικτές της εισαγωγής φαρμάκων από τον Καναδά υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ για τη μείωση των τιμών των φαρμάκων δεν καλύπτουν απαραίτητα όλους τους ασθενείς και όλα τα σκευάσματα.
Η κυβέρνηση Τραμπ υπερασπίζεται την πολιτική της
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει τη μείωση των τιμών των φαρμάκων στο επίκεντρο της πολιτικής της για την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους υγειονομικής περίθαλψης.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην εξασφάλιση οικονομικά προσιτών φαρμάκων για τους Αμερικανούς, επικαλούμενος μεταξύ άλλων συμφωνίες με φαρμακευτικές εταιρείες και πρωτοβουλίες για τη μείωση των τιμών.
Την ίδια ώρα, ορισμένοι ασθενείς υποστηρίζουν ότι ήδη έχουν δει τις τιμές των καναδικών φαρμάκων να αυξάνονται λόγω των πρόσθετων δασμών που επιβλήθηκαν στις εισαγωγές από τον Καναδά.
«Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου»
Η 75χρονη Σούζαν Χούπερ από το Οχάιο, η οποία χρησιμοποιεί οξυγόνο εδώ και 14 χρόνια, δήλωσε ότι βασίζεται σε δύο φάρμακα που αγοράζει από καναδικό φαρμακείο και τα οποία, όπως αναφέρει, δεν είναι διαθέσιμα στις ΗΠΑ.
Η ίδια ανέφερε ότι ένα από τα φάρμακά της, η θεοφυλλίνη, κόστιζε στο παρελθόν περίπου 85 δολάρια μαζί με τα έξοδα αποστολής, ενώ πλέον η τιμή έχει αυξηθεί στα 141 δολάρια. Ένα άλλο φάρμακο για το άσθμα, το Foradil, αυξήθηκε από περίπου 151 σε 273 δολάρια.
«Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα», δήλωσε, εκφράζοντας την ανησυχία της για το τι θα συμβεί όταν τεθούν σε πλήρη ισχύ οι νέοι κανόνες.
Η αβεβαιότητα παραμένει, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να τροποποιήσει ή να μην εφαρμόσει τελικά τον κανόνα. Για εκατομμύρια ασθενείς, ωστόσο, η 22α Οκτωβρίου αποτελεί πλέον ημερομηνία-κλειδί για το αν θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση στα φθηνότερα φάρμακα που προμηθεύονται από το εξωτερικό.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ