Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου, 2026

Η Ευρώπη αναζητά καύσιμα – Γιατί η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική θέση

Η ενεργειακή αναστάτωση που βρίσκεται σε εξέλιξη στις ευρωπαϊκές αγορές φέρνει στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που έχει διαμορφωθεί εδώ και χρόνια.

Η Ευρώπη διαθέτει ολοένα μικρότερη δυνατότητα να παράγει μόνη της τα καύσιμα που εξακολουθεί να χρειάζεται.

Οι υψηλές τιμές του diesel, οι δυσκολίες στην τροφοδοσία πρατηρίων και η αναζήτηση εναλλακτικών φορτίων αργού από ευρωπαϊκές εταιρείες δείχνουν ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από την πρόσβαση σε πετρέλαιο.

Εξαρτάται και από το εάν υπάρχουν αρκετά διυλιστήρια για να μετατρέψουν το αργό σε diesel, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα.

Η κρίση φτάνει στον καταναλωτή

Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν επιβαρύνει σημαντικά την κατάσταση. Τα προβλήματα στις μεταφορές μέσω του Στενού του Ορμούζ, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και η μείωση των εξαγωγών diesel από την περιοχή έχουν περιορίσει την προσφορά.

Οι εξαγωγές diesel από τη Μέση Ανατολή μειώθηκαν σημαντικά μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές των futures του diesel έχουν αυξηθεί έντονα από τις αρχές του 2026.

Νέα πίεση προκάλεσαν οι εξελίξεις στη Σαουδική Αραβία. Μετά την επίθεση στον αγωγό East-West, η Saudi Aramco ενημέρωσε ευρωπαϊκούς πελάτες ότι δεν θα παραλάβουν τις προγραμματισμένες ποσότητες αργού για τον Οκτώβριο.

Ευρωπαϊκές εταιρείες, μεταξύ των οποίων η πολωνική Orlen, στράφηκαν έτσι στην αναζήτηση φορτίων από διαφορετικές περιοχές.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Γαλλία. Στις 21 Σεπτεμβρίου περίπου ένα στα έξι πρατήρια παρουσίαζε έλλειψη τουλάχιστον ενός τύπου καυσίμου.

Παράλληλα, η τιμή της βενζίνης SP95-E10 ξεπέρασε τα 2,17 ευρώ το λίτρο, ενώ το diesel διαμορφώθηκε περίπου στα 2,41 ευρώ.

Παρόμοια πίεση καταγράφηκε και στη Γερμανία, όπου το diesel κινήθηκε σε επίπεδα περίπου 2,42-2,45 ευρώ το λίτρο. Η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε προσωρινή μείωση της φορολογίας κατά 17 λεπτά ανά λίτρο από την 1η Οκτωβρίου.

Το πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε τώρα

Η σημερινή αναστάτωση δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων. Η κρίση ανέδειξε μια αλλαγή που συντελείται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία στην ευρωπαϊκή βιομηχανία διύλισης.

Η Ευρώπη έχει μειώσει σταδιακά τη διυλιστική της δυναμικότητα, την ώρα που η κατανάλωση συμβατικών καυσίμων εξακολουθεί να παραμένει σημαντική.

Το 2024 η Ευρώπη αντιπροσώπευε περίπου το 14,4% της παγκόσμιας διυλιστικής δυναμικότητας, με περίπου 15 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Την ίδια περίοδο, η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού αντιπροσώπευε 36,1% και η Βόρεια Αμερική 21%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της FuelsEurope, από το 2009 έχουν χαθεί περισσότερα από 167 εκατ. τόνοι ετήσιας διυλιστικής δυναμικότητας. Πρόκειται για απώλεια μεγαλύτερη από το ένα πέμπτο της παραγωγικής βάσης που υπήρχε στην περιοχή.

Στο τέλος του 2025 λειτουργούσαν 72 μεγάλα συμβατικά διυλιστήρια στην ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νορβηγία και την Ελβετία.

Από τη διύλιση στις εισαγωγές

Η σταδιακή συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης έχει αλλάξει και τον ρόλο της Ευρώπης στην αγορά πετρελαϊκών προϊόντων.

Η ήπειρος έχει εξελιχθεί σε καθαρό εισαγωγέα diesel και αεροπορικών καυσίμων. Αυτό σημαίνει ότι μια διαταραχή στη Μέση Ανατολή ή στην Ασία μπορεί πλέον να μεταφερθεί στην ευρωπαϊκή αγορά ταχύτερα από ό,τι στο παρελθόν.

Η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη όταν τα ευρωπαϊκά αποθέματα είναι ήδη περιορισμένα. Στο μεγάλο ενεργειακό hub Amsterdam-Rotterdam-Antwerp, τα αποθέματα diesel τον Ιούλιο ήταν 16% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.

Η εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα γίνεται ακόμη πιο εμφανής μέσα από τις μονάδες που έχουν κλείσει ή αλλάξει χρήση.

Στη Σκωτία, το διυλιστήριο του Grangemouth σταμάτησε τη διύλιση τον Απρίλιο του 2025 και μετατράπηκε σε τερματικό εισαγωγής και διανομής καυσίμων. Λίγους μήνες αργότερα σταμάτησε η παραγωγή και στο Lindsey Oil Refinery στην Αγγλία.

Μετά τις εξελίξεις αυτές, το Ηνωμένο Βασίλειο έμεινε με τέσσερα λειτουργούντα διυλιστήρια, έναντι 18 τη δεκαετία του 1970.

Η Ελλάδα διατηρεί ισχυρή παραγωγική βάση

Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό περιβάλλον, η Ελλάδα παρουσιάζει διαφορετική εικόνα.

Η χώρα διαθέτει τέσσερα μεγάλα και σύγχρονα διυλιστήρια, συνολικής πρωτογενούς δυναμικότητας περίπου 24,9 εκατ. τόνων ετησίως.

Πρόκειται για τις τρεις μονάδες της HELLENiQ ENERGY σε Ασπρόπυργο, Ελευσίνα και Θεσσαλονίκη, καθώς και για το διυλιστήριο της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους.

Το μέγεθος της ελληνικής διυλιστικής βάσης είναι σημαντικό σε σχέση με την εγχώρια κατανάλωση. Η παραγωγή δεν περιορίζεται στην κάλυψη των αναγκών της ελληνικής αγοράς, αλλά τροφοδοτεί και τις διεθνείς αγορές.

Παράλληλα, τα ελληνικά διυλιστήρια έχουν διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας αργού. Εκτός από τη Σαουδική Αραβία, οι προμήθειες περιλαμβάνουν χώρες όπως το Καζακστάν, το Ιράκ, η Λιβύη, η Νορβηγία, η Αίγυπτος και οι ΗΠΑ.

Η διαφοροποίηση αυτή περιορίζει την εξάρτηση από μία συγκεκριμένη πηγή ή διαδρομή εφοδιασμού και αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους γεωπολιτικών αναταράξεων.

Η Ελλάδα ως εξαγωγικός κόμβος

Η ελληνική διυλιστική βιομηχανία δεν καλύπτει μόνο την εγχώρια ζήτηση. Μεγάλο μέρος της παραγωγής κατευθύνεται στο εξωτερικό.

Βενζίνη, diesel, αεροπορικά καύσιμα και άλλα προϊόντα εξάγονται σε αγορές της Μεσογείου και της ευρύτερης περιοχής. Μεταξύ των αγορών αυτών περιλαμβάνονται ακόμη και χώρες που διαθέτουν σημαντική παραγωγή αργού, όπως η Λιβύη και η Αίγυπτος.

Έτσι, η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν αφορά μόνο το μέγεθος των διυλιστηρίων. Αφορά και τη δυνατότητα της χώρας να παράγει εγχώρια προϊόντα τα οποία σε άλλες αγορές πρέπει πλέον να αναζητηθούν μέσω εισαγωγών.

Η ενεργειακή ασφάλεια στο επίκεντρο

Η τρέχουσα αναστάτωση λειτουργεί ως υπενθύμιση των συνεπειών που μπορεί να έχει η μείωση της ευρωπαϊκής διυλιστικής δυναμικότητας.

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεταβατική περίοδο. Από τη μία πλευρά προωθείται η απανθρακοποίηση των μεταφορών και η μείωση της χρήσης συμβατικών καυσίμων, από την άλλη όμως η ζήτηση για diesel, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα εξακολουθεί να είναι υψηλή.

Όσο η κατανάλωση παραμένει σημαντική, η απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας αυξάνει την ανάγκη εισαγωγών.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η ύπαρξη τεσσάρων μεγάλων διυλιστηρίων και η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας δημιουργούν μια διαφορετική βάση εφοδιασμού. Η χώρα όχι μόνο διαθέτει παραγωγική επάρκεια για την εσωτερική αγορά, αλλά αποτελεί και σημαντικό εξαγωγέα πετρελαϊκών προϊόντων.

Η σημερινή κρίση αναδεικνύει έτσι έναν παράγοντα που σε περιόδους ομαλότητας μπορεί να περνά απαρατήρητος: η ύπαρξη εγχώριας διυλιστικής υποδομής αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη συνέχεια του ενεργειακού εφοδιασμού όταν οι διεθνείς αγορές αντιμετωπίζουν σοβαρές διαταραχές.

Don't Miss