Από τα μεσάνυχτα της Δευτέρας προς Τρίτη (τοπική ώρα Καναδά), τέθηκαν σε εφαρμογή επιπρόσθετοι τελωνειακοί δασμοί από τον Καναδά σε μια σειρά αμερικανικών προϊόντων.
Οι δασμοί αυτοί έχουν χαρακτήρα αντίποινων και απαντούν στους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση των ΗΠΑ στα τέλη Αυγούστου σε καναδικά εισαγόμενα προϊόντα.
Οι νέοι δασμοί , οι οποίοι τέθηκαν πράγματι σε ισχύ στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, αφορούν αμερικανικά προϊόντα αξίας περίπου 27,6 δισ. καναδικών δολαρίων.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών κλιμακώνεται, ωστόσο η κατάσταση παραμένει τεταμένη.
Οι δασμοί κυμαίνονται σε ποσοστά 15%, 20% και 50%, και αφορούν προϊόντα των ΗΠΑ αξίας περίπου 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (ή 27,6 δισεκατομμυρίων καναδικών δολαρίων).
Τα προϊόντα που επηρεάζονται περιλαμβάνουν μια ευρεία γκάμα από βασικές πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα, όπως ο χάλυβας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα ηλεκτρικά είδη και ο χαρτοπολτός.
Αυτά τα μέτρα είναι μια απάντηση της Οτάβα στα δασμολόγια που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ στις 22 Αυγούστου.
Η απόφαση αυτή του Καναδά αποτελεί ένα σαφές μήνυμα ότι δεν πρόκειται να παραμείνει παθητικός δέκτης των αμερικανικών εμπορικών περιορισμών, εφαρμόζοντας αντ’ αυτών αντίμετρα που στοχεύουν στην προστασία των συμφερόντων της χώρας.
Οι ισχυρισμοί των ΗΠΑ και η αντίδραση του Καναδά
Από την πλευρά της αμερικανικής κυβέρνησης, ο Καναδάς και η Κίνα ήταν οι δύο χώρες που προχώρησαν σε αντίποινα απέναντι στις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών να «επανεξισορροπήσουν» το εμπορικό τους ισοζύγιο.
Αυτό υποστήριξε ο Τζέιμισον Γκριρ, αντιπρόσωπος των ΗΠΑ για το εμπόριο (USTR), επικρίνοντας παράλληλα τις εμπορικές κινήσεις της Οτάβα.
Ο Γκριρ είχε επίσης καταδικάσει το καναδικό μποϊκοτάζ σε αμερικανικά αλκοολούχα ποτά, το οποίο επιβλήθηκε ως αντίδραση στις επανειλημμένες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι επιθυμεί ο Καναδάς να γίνει η «51η πολιτεία» των ΗΠΑ.
Με την ανακοίνωση των νέων αμερικανικών τελωνειακών δασμών, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνι κατήγγειλε την «άμεση παραβίαση» της τριμερούς συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών και του Μεξικού.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η καναδική κυβέρνηση θα λάμβανε μέτρα αντιποίνων «ισοδύναμα» με εκείνα που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά την ένταση στις εμπορικές σχέσεις, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Οτάβα συνεχίζονται. «Μένει ακόμη δουλειά να γίνει», δήλωσε χθες ο Κάρνεϊ, καθώς οι δύο πλευρές επιδιώκουν να καταλήξουν σε μια ευρύτερη συμφωνία που θα καθορίζει τους όρους του τριμερούς εμπορίου.
Η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων αναμένεται να κρίνει σε μεγάλο βαθμό το επόμενο στάδιο των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και του Καναδά, σε μια περίοδο κατά την οποία οι δασμοί και τα αντίμετρα εξακολουθούν να αποτελούν βασικό σημείο αντιπαράθεσης.
Τι λένε αναλυτές
Για τους αναλυτές, το σημαντικότερο ζήτημα πλέον είναι αν η αντιπαράθεση μπορεί να περιοριστεί στους δασμούς ή αν οδηγεί σε μια βαθύτερη αναδιάταξη μιας σχέσης που επί δεκαετίες θεωρούνταν από τις πιο στενές στον κόσμο.
Οι διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον και Οτάβας κατέρρευσαν τον Αύγουστο, ενώ η καναδική κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ επέλεξε να απαντήσει με «δολάριο προς δολάριο» αντίμετρα.
Οι νέοι καναδικοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ σήμερα, αφορούν αμερικανικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων και αποτελούν σαφή ένδειξη ότι η Οτάβα δεν αντιμετωπίζει πλέον την αμερικανική πίεση ως μια προσωρινή εμπορική διαφωνία.
Το βασικό πρόβλημα είναι η απώλεια εμπιστοσύνης. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος των αμερικανικών δασμών και η δυνατότητα μονομερών αλλαγών από την Ουάσιγκτον καθιστούν δυσκολότερο για τις καναδικές επιχειρήσεις να σχεδιάσουν επενδύσεις και παραγωγή με ορίζοντα ετών.
Ο ίδιος ο Κάρνεϊ έχει υποστηρίξει ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς εγγυήσεις για τη σταθερότητα των δασμών.
Αυτό έχει οδηγήσει και σε μια ευρύτερη αλλαγή στη στρατηγική του Καναδά. Η Οτάβα αναζητά τρόπους να μειώσει την εξάρτησή της από την αμερικανική αγορά, ενισχύοντας παράλληλα τις σχέσεις της με την Ευρώπη και άλλους εμπορικούς εταίρους.
Η λογική είναι ότι ο Καναδάς δεν μπορεί να εγκαταλείψει την αμερικανική αγορά — η οικονομική διασύνδεση είναι τεράστια — αλλά μπορεί να προσπαθήσει να περιορίσει την ευπάθειά του σε μελλοντικές πιέσεις από την Ουάσιγκτον.
Οι οικονομολόγοι, πάντως, προειδοποιούν ότι αυτή η διαδικασία έχει κόστος. Ο Καναδάς είναι σαφώς πιο εκτεθειμένος στο διμερές εμπόριο, γεγονός που σημαίνει ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να πλήξει περισσότερο την καναδική οικονομία, την απασχόληση και τις επενδύσεις.
Εκτιμήσεις αναλυτών κάνουν λόγο ακόμη και για απώλειες δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, ενώ ο κίνδυνος ύφεσης αυξάνεται όσο παρατείνεται η εμπορική αβεβαιότητα.
Ωστόσο, η σχέση δεν είναι μονόπλευρη. Οι ΗΠΑ εξαρτώνται επίσης από καναδικές πρώτες ύλες, ενέργεια και προϊόντα που είναι ενσωματωμένα στις αμερικανικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Γι’ αυτό και αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η εμπορική σύγκρουση δημιουργεί κόστος και στις δύο πλευρές, περιορίζοντας τελικά τα περιθώρια μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Πέρα όμως από την οικονομία, η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά το πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο.
Η επιθετική ρητορική της Ουάσιγκτον έχει ενισχύσει στον Καναδά την αντίληψη ότι η χώρα χρειάζεται μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Ο Κάρνεϊ έχει μετατρέψει την υπεράσπιση της καναδικής κυριαρχίας σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του, ενώ η κρίση έχει ενισχύσει την προσπάθεια του Καναδά να εμβαθύνει τις σχέσεις του με την Ευρώπη.
Έτσι, το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει τον επόμενο γύρο των δασμών. Είναι αν, ακόμη και μετά από μια μελλοντική συμφωνία, οι δύο χώρες θα επιστρέψουν στο προηγούμενο μοντέλο σχέσεων.
Η εκτίμηση αρκετών αναλυτών είναι ότι αυτό θα είναι δύσκολο. Η οικονομική αλληλεξάρτηση θα παραμείνει ισχυρή, αλλά η εμπιστοσύνη που χαρακτήριζε τη διμερή σχέση έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν υπάρξει τελικά συμφωνία, η σχέση ΗΠΑ–Καναδά πιθανότατα θα είναι πιο συναλλακτική, πιο προσεκτική και λιγότερο αυτονόητη από ό,τι στο παρελθόν.
Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο αποτέλεσμα της σημερινής κλιμάκωσης: οι δασμοί μπορεί κάποτε να αποσυρθούν, αλλά η πολιτική και οικονομική καχυποψία που δημιουργούν είναι πολύ δυσκολότερο να εξαλειφθεί.
Διαβάστε επίσης:

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ