Θαλάσσια πάρκα, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και ελληνοαμερικανικές σχέσεις συνθέτουν ένα σύνθετο γεωπολιτικό σκηνικό.
Η Αθήνα επιμένει στον διάλογο, αλλά ξεκαθαρίζει ότι δεν αποδέχεται μονομερείς τουρκικές κινήσεις
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται σε μία ακόμη περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής κινητικότητας, με την Αθήνα να επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, χωρίς όμως να μετακινείται από τις πάγιες θέσεις της σε ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η νέα αντιπαράθεση που προκαλούν οι τουρκικές ανακοινώσεις για θαλάσσια πάρκα έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη σύνθετο πλέγμα διαφορών και ανταγωνισμών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, οι θαλάσσιες ζώνες, η ενεργειακή ασφάλεια και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Η Αθήνα επιχειρεί να στείλει διπλό μήνυμα: Διάλογος για την αποφυγή εντάσεων, αλλά ταυτόχρονα σαφείς κόκκινες γραμμές και ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος.
Η Αθήνα δεν αποδέχεται διεύρυνση της ατζέντας
Βασική θέση της ελληνικής κυβέρνησης παραμένει ότι η μοναδική διαφορά που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής νομικής διευθέτησης με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.
Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα δεν προτίθεται να αποδεχθεί την εισαγωγή στο τραπέζι μιας σειράς μονομερώς διατυπωμένων τουρκικών αξιώσεων, τις οποίες θεωρεί ότι επιχειρούν να μετατρέψουν τον διμερή διάλογο σε διαπραγμάτευση επί θεμάτων ελληνικής κυριαρχίας.
Η ελληνική θέση στηρίζεται στο Διεθνές Δίκαιο και ιδιαίτερα στο Δίκαιο της Θάλασσας. Από την πλευρά της, η Τουρκία εξακολουθεί να προβάλλει διαφορετική αντίληψη για το εύρος των θαλάσσιων δικαιωμάτων και τις επιπτώσεις που έχουν τα ελληνικά νησιά στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται και μία από τις βασικότερες δυσκολίες οποιασδήποτε προσπάθειας οριστικής επίλυσης.
Τα θαλάσσια πάρκα και η νέα ελληνοτουρκική αντιπαράθεση
Η ανακοίνωση της Τουρκίας για τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στο Βόρειο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο προκάλεσε άμεση ελληνική αντίδραση.
Η Αθήνα υποστηρίζει ότι μονομερείς διοικητικές ή περιβαλλοντικές αποφάσεις δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικαιώματα σε περιοχές όπου υπάρχουν αλληλεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις ή ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης.
Με άλλα λόγια, η ελληνική πλευρά επιχειρεί να αποτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων μέσω πρακτικών που, αν και παρουσιάζονται ως περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες, μπορεί να αποκτήσουν ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο Αιγαίο, όπου ακόμη και κινήσεις που δεν συνδέονται άμεσα με στρατιωτικές δραστηριότητες μπορούν να αποκτήσουν πολιτική και νομική διάσταση.
«Ήρεμα νερά» δεν σημαίνει υποχώρηση
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» που έχει υιοθετήσει η Αθήνα απέναντι στην Άγκυρα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της σημερινής ελληνικής στρατηγικής.
Στόχος είναι η αποφυγή ενός φαύλου κύκλου κρίσεων, προκλήσεων και στρατιωτικής έντασης, ο οποίος στο παρελθόν έχει οδηγήσει τις δύο χώρες ακόμη και στα πρόθυρα σοβαρών επεισοδίων.
Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ότι η αποκλιμάκωση δεν ισοδυναμεί με αποδοχή των τουρκικών θέσεων.
Η λογική της Αθήνας είναι ότι ο διάλογος λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης της έντασης και όχι ως διαδικασία μονομερούς αλλαγής των ελληνικών θέσεων.
Αυτό δημιουργεί μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ανάγκη να παραμείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας. Από την άλλη, υπάρχει η ανάγκη να αποτραπεί οποιαδήποτε εντύπωση ότι η αποκλιμάκωση συνεπάγεται σταδιακή αποδοχή νέων τουρκικών απαιτήσεων.
Η αποτροπή παραμένει στον πυρήνα της ελληνικής στρατηγικής
Παράλληλα με τη διπλωματική προσέγγιση, η Ελλάδα επενδύει σημαντικά στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η απόκτηση και αναβάθμιση προηγμένων οπλικών συστημάτων, από τα Rafale και τις φρεγάτες Belharra έως τα F-35, εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό ενίσχυσης της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας.
Το μήνυμα που εκπέμπει η Αθήνα είναι ότι η διπλωματία και η αποτροπή δεν αποτελούν αντίθετες πολιτικές. Αντίθετα, θεωρούνται δύο συμπληρωματικοί πυλώνες της ίδιας στρατηγικής.
Η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρεί τη δυνατότητα διαλόγου, έχοντας παράλληλα τη στρατιωτική ικανότητα να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα εφόσον απαιτηθεί.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου στο γεωπολιτικό κάδρο
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Το έργο δεν αποτελεί απλώς μία ενεργειακή ή τεχνική υποδομή. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σχέδιο ενεργειακής διασύνδεσης και, ταυτόχρονα, βρίσκεται σε μία περιοχή όπου συναντώνται τα συμφέροντα Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας και άλλων περιφερειακών δυνάμεων.
Για την Αθήνα, η συνέχιση του έργου έχει επομένως διπλή σημασία: οικονομική και γεωπολιτική.
Η ηλεκτρική διασύνδεση μπορεί να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου και να εντάξει ακόμη περισσότερο την Ανατολική Μεσόγειο στα ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα.
Ταυτόχρονα, όμως, κάθε δραστηριότητα στην περιοχή αποκτά αυξημένη ευαισθησία λόγω των τουρκικών αντιδράσεων και της ευρύτερης διαφωνίας για τις θαλάσσιες ζώνες.
Η Κύπρος παραμένει κρίσιμος παράγοντας
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν μπορούν να εξεταστούν απομονωμένα από το Κυπριακό.
Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού και να υποστηρίζει διαφορετικό μοντέλο επίλυσης του Κυπριακού από εκείνο που στηρίζουν η Αθήνα και η Λευκωσία.
Η ενεργειακή διάσταση προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας.
Οι θαλάσσιες περιοχές γύρω από την Κύπρο έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία λόγω των ενεργειακών πόρων, των σχεδιαζόμενων υποδομών και της προσπάθειας της Ευρώπης να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές και διαδρομές.
Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αμερικανική παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η Αθήνα επενδύει στρατηγικά στη σχέση της με την Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας ως παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν διευρυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τη συνεργασία να περιλαμβάνει την άμυνα, την ενέργεια, τις επενδύσεις και τη στρατηγική ασφάλεια.
Παράλληλα, η Αθήνα ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική διπλωματία αντιλαμβάνεται την ισορροπία Ελλάδας–Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ.
Ο αμερικανικός παράγοντας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διατήρηση της σταθερότητας, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον θα αναλάβει να επιλύσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Το μεγάλο ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει πραγματική λύση;
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν Αθήνα και Άγκυρα μπορούν να αποφύγουν μια νέα κρίση. Είναι αν μπορούν να μετατρέψουν την υφιστάμενη περίοδο σχετικής αποκλιμάκωσης σε ουσιαστική διαδικασία επίλυσης της βασικής διαφοράς.
Για να συμβεί αυτό, θα απαιτηθεί πολιτική βούληση, διάρκεια και κυρίως συμφωνία ως προς το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης.
Η Ελλάδα επιμένει ότι το αντικείμενο πρέπει να είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Η Τουρκία έχει διαχρονικά μια πολύ ευρύτερη ατζέντα ζητημάτων.
Αυτή η απόσταση παραμένει το βασικό εμπόδιο.
Μια σχέση που κινείται ανάμεσα στον διάλογο και την αποτροπή
Η σημερινή εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν είναι ούτε αυτή μιας ανοικτής κρίσης ούτε αυτή μιας οριστικής εξομάλυνσης.
Είναι μια σχέση ελεγχόμενης έντασης, στην οποία ο διάλογος συνυπάρχει με τη στρατιωτική προετοιμασία, οι οικονομικές και ενεργειακές συνεργασίες με τις γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης με τις εκατέρωθεν κόκκινες γραμμές.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η πολιτική των «ήρεμων νερών» μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική σταθερότητα ή αν οι θαλάσσιες ζώνες, τα ενεργειακά έργα και οι μονομερείς κινήσεις θα επαναφέρουν την ένταση στο προσκήνιο.
Για την Αθήνα, το μήνυμα παραμένει σαφές: διάλογος ναι, αλλά χωρίς αλλαγή των πάγιων ελληνικών θέσεων και χωρίς αποδοχή τετελεσμένων.
Και όσο η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά μεγαλύτερη ενεργειακή και στρατηγική αξία, η σχέση Ελλάδας–Τουρκίας θα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές εξισώσεις της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ.
Διαβάστε επίσης:

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ