Οι αμερικανικές απειλές δεν περιορίζονται στην Τεχεράνη, αλλά επεκτείνονται στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της, με την Κίνα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την έναρξη μιας νέας εκστρατείας οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν, την οποία χαρακτήρισε «οικονομική D-Day», προειδοποιώντας ότι συνέπειες θα αντιμετωπίσουν και οι χώρες που συνεχίζουν να προσφέρουν οικονομική ή εμπορική στήριξη στην Τεχεράνη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε λόγο για «οικονομικό πόλεμο και απομόνωση σε πρωτοφανή κλίμακα», χωρίς να παρουσιάσει ακόμη συγκεκριμένο κατάλογο μέτρων ή χωρών.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε, πάντως, ότι η Ουάσινγκτον ετοιμάζει τις «σκληρότερες κυρώσεις στην Ιστορία» και ότι οι λεπτομέρειες θα παρουσιαστούν σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα.
Απειλή δευτερογενών κυρώσεων
Στόχος της αμερικανικής στρατηγικής είναι να περιοριστούν οι πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου, οι μεταφορές χρημάτων και η χρήση εταιρειών-βιτρίνας ή άλλων δικτύων που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να παρακάμπτει τις υφιστάμενες κυρώσεις.
Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε χώρα επιτρέπει σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κρατικούς φορείς να παρέχουν «σανίδα σωτηρίας» στο Ιράν μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Η αναφορά αυτή παραπέμπει στο ενδεχόμενο επιβολής δευτερογενών κυρώσεων, μέσω των οποίων η Ουάσινγκτον μπορεί να περιορίζει την πρόσβαση ξένων εταιρειών και τραπεζών στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η Κίνα στο επίκεντρο
Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου. Πάνω από το 80% των θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν κατευθύνεται στην κινεζική αγορά, ενώ το 2025 το Πεκίνο αγόρασε κατά μέσο όρο περίπου 1,38 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Οι συναλλαγές πραγματοποιούνται μέσω ενός σύνθετου δικτύου ανεξάρτητων διυλιστηρίων, μεσαζόντων και πληρωμών σε κινεζικό νόμισμα, περιορίζοντας την έκθεση των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στις ΗΠΑ.
Ο Μπέσεντ κάλεσε την Κίνα να συνεργαστεί με την αμερικανική εκστρατεία, αποφεύγοντας να διευκρινίσει εάν η Ουάσινγκτον σχεδιάζει νέες κυρώσεις κατά κινεζικών εταιρειών ή τραπεζών. Το Πεκίνο απάντησε ότι οι κυρώσεις δεν μπορούν να επιλύσουν την κρίση και ζήτησε επιστροφή στη διπλωματία.
Η Τουρκία και οι υπόλοιποι εμπορικοί εταίροι
Σημαντική έκθεση έχει και η Τουρκία, της οποίας οι ετήσιες εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν φτάνουν περίπου τα 5–6 δισ. δολάρια. Η Άγκυρα εισάγει ιρανικό φυσικό αέριο, το οποίο καλύπτει περίπου το 13% των συνολικών εισαγωγών της.
Στους βασικούς εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης περιλαμβάνονται επίσης τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία ανακοίνωσαν την αναστολή των οικονομικών συναλλαγών με το Ιράν, το Ιράκ, που αγοράζει ιρανικό φυσικό αέριο αξίας 4–5 δισ. δολαρίων ετησίως, το Ομάν, με εμπορικές συναλλαγές 1,5 δισ. δολαρίων το 2025, το Πακιστάν, το οποίο επιδιώκει αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 10 δισ. δολάρια, η Ινδία, της οποίας το εμπόριο με το Ιράν περιορίστηκε στα 1,63 δισ. δολάρια, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, που διατηρούν μικρότερες αλλά σημαντικές ενεργειακές και εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
Αντιδρά η Τεχεράνη – Άνοδος στις τιμές του πετρελαίου
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε τις αμερικανικές απειλές «οικονομική τρομοκρατία» και υποστήριξε ότι πλήττουν τους πολίτες και την κυριαρχία τρίτων χωρών.
Οι ανακοινώσεις της Ουάσινγκτον προκάλεσαν άμεσα νέες πιέσεις στις ενεργειακές αγορές. Η τιμή του Brent ξεπέρασε τα 93 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι η κλιμάκωση των κυρώσεων θα περιορίσει περαιτέρω την προσφορά πετρελαίου και θα εντείνει την κρίση στα Στενά του Ορμούζ.
Διαβάστε επίσης:

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ