Η ανακοίνωση της παραίτησης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Σωτηρίου σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής που διήρκεσε περισσότερο από μισό αιώνα.
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Μια εποχή που, για πολλούς, χαρακτηρίστηκε από αφοσίωση, διοικητική συνέχεια και προσωπική αυταπάρνηση, αλλά για άλλους άφησε πίσω της ερωτήματα, θεσμικές σκιές και μια αίσθηση ότι η Εκκλησία του Καναδά άργησε να προσαρμοστεί στις ανάγκες μιας σύγχρονης, πολυπολιτισμικής ομογένειας.
Η παραίτηση, αν και τυπικά «ηθελημένη», έρχεται σε μια στιγμή όπου η ομογένεια ζητά μεγαλύτερη διαφάνεια, ανανέωση και κινητικότητα.

Η μακροχρόνια παραμονή του Σωτηρίου στα διάφορα ηγετικά στάδια της σημερινής Αρχιεπισκοπής Καναδά δημιούργησε ένα μοντέλο διοίκησης που στηρίχθηκε περισσότερο στο πρόσωπο παρά στους θεσμούς. Αυτό το μοντέλο, όσο κι αν εξασφάλισε σταθερότητα, περιόρισε την ανάπτυξη νέων ηγετικών φωνών και καθυστέρησε την αναγκαία θεσμική εξέλιξη.
Η σχέση του με την ομογένεια υπήρξε συχνά αντιφατική. Από τη μία, υπήρξε παρών σε κρίσιμες στιγμές, στήριξε κοινότητες, εγκαινίασε ναούς, δημιούργησε ημερήσιο σχολείο στο Τορόντο, Θεολογική Σχολή, χτίζοντας μια τεράστια περιουσία για την Αρχιεπισκοπή. Ο ίδιος, περήφανος για την θεολογική Σχολή της οποίας το πτυχίο αναγνωρίζεται στον Καναδά λέει ότι έχει εξασφαλίσει την βιωσιμότητα της Αρχιεπισκοπής για μια εκατονταετία και ο διάδοχός του θα πρέπει να συνεχίσει αυτό το έργο.
Από την άλλη, η διοίκησή του κατηγορήθηκε για συγκεντρωτισμό, για έλλειψη διαλόγου με τις κοινότητες και για αποφάσεις που δεν αντανακλούσαν πάντα τις ανάγκες της ομογένειας. Η απόσταση ανάμεσα στην Αρχιεπισκοπή και τις ελληνικές κοινότητες του Καναδά μεγάλωσε, και η αίσθηση ότι η Εκκλησία λειτουργεί περισσότερο ως διοικητικός μηχανισμός παρά ως ποιμαντική δύναμη έγινε εντονότερη.

Σε αυτό το σημείο η παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Καναδά Σωτηρίου ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία στον Καναδά. Μετά από δεκαετίες συνεχούς παρουσίας και διοικητικής συνέχειας, η Αρχιεπισκοπή εισέρχεται σε μια περίοδο μετάβασης που απαιτεί σύνεση, διάλογο και καθαρή ματιά προς το μέλλον. Η ομογένεια, ώριμη πλέον και πολυεπίπεδη, αναζητά μια ηγεσία που θα συνδυάζει ποιμαντική ευαισθησία, θεσμική διαφάνεια και ικανότητα να συνομιλεί με τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.
Στο πλαίσιο αυτό, έχουν ήδη ακουστεί τέσσερα ονόματα που θεωρούνται πιθανοί διάδοχοι, το καθένα με τη δική του πορεία και τα δικά του χαρακτηριστικά:
Ο Αέτιος, Αρχιγραμματέας του Οικουμενικού Πατριάρχη, εκπροσωπεί τη θεσμική συνέχεια του Φαναρίου. Με βαθιά γνώση των πατριαρχικών διαδικασιών και της διεθνούς εκκλησιαστικής διπλωματίας, φέρει το προφίλ ενός ανθρώπου που μπορεί να διασφαλίσει σταθερότητα και άμεση σύνδεση με το κέντρο της Ορθοδοξίας.
Ο Μητροπολίτης Σουηδίας Κλεόπας, με έντονη παρουσία στη Σκανδιναβία, έχει διακριθεί για την εξωστρέφεια, την επαφή του με τη νεολαία και την ικανότητά του να αναπτύσσει ζωντανές κοινότητες σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα. Η εμπειρία του σε μια περιοχή με παρόμοιες προκλήσεις με τον Καναδά θεωρείται σημαντικό πλεονέκτημα.
Ο Επίσκοπος Ναζιανζού Αθηναγόρας από τις ΗΠΑ, γνωστός για την ήρεμη του παρουσία και τη στενή σχέση του με την ελληνοαμερικανική κοινότητα στη Νέα Υόρκη, εκπροσωπεί μια γενιά κληρικών που έχουν μάθει να λειτουργούν σε μεγάλα, σύνθετα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Η εμπειρία του σε μια από τις μεγαλύτερες ομογένειες του κόσμου τον καθιστά υπολογίσιμη επιλογή.
Ο Μητροπολίτης Ιρλανδίας Ιάκωβος, με ήρεμο και ποιμαντικό προφίλ, σήμερα διακονεί την νεόδμητη Μητρόπολη Ιρλανδίας που βρίσκεται στα σπάργανα. Με το δυναμικό του χαρακτήρα έχει προχωρήσει ήδη στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας της νεαρής Μητρόπολης. Το πλεονεκτικό χαρακτηριστικό του έναντι των άλλων υποψηφίων έγκειται στο γεγονός ότι έχει υπηρετήσει ως Αρχιμανδρίτης και ως βοηθός επίσκοπος στον Καναδά επί 13 έτη και γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις, ενώ έχει το know how της Αρχιεπισκοπής.
Πάντως, η παρουσία αυτών των τεσσάρων υποψηφίων δείχνει ότι το Πατριαρχείο εξετάζει διαφορετικά μοντέλα ηγεσίας: από τη θεσμική συνέχεια μέχρι την εξωστρέφεια, από τη διοικητική εμπειρία μέχρι την ποιμαντική ηρεμία. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο το πρόσωπο. Είναι η κατεύθυνση.

Η Εκκλησία του Καναδά βρίσκεται μπροστά σε μια σπάνια ευκαιρία: να ανανεώσει τη σχέση της με την ομογένεια, να ενισχύσει τη διαφάνεια, να δώσει χώρο στη νέα γενιά και να επαναφέρει στο επίκεντρο την ποιμαντική αποστολή της. Η επιλογή του νέου Αρχιεπισκόπου θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το πώς θα πορευτεί η Εκκλησία τα επόμενα χρόνια.
Η παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Σωτηρίου, λοιπόν, δεν είναι μόνο το τέλος μιας εποχής. Είναι η αρχή μιας νέας — και αυτή η νέα εποχή θα διαμορφωθεί από το πρόσωπο που θα επιλεγεί, αλλά και από τη διάθεση της ομογένειας να στηρίξει, να συνεργαστεί και να προχωρήσει μπροστά με ενότητα και όραμα.


ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ