Δημοσιογράφος: Γιώργος Σταυρακίδης
Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης δεν είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Δεν μιλά με βεβαιότητες, ούτε χρησιμοποιεί μεγάλες λέξεις για να χτίσει εικόνα γύρω από τον εαυτό του.
Ίσως γι’ αυτό, εδώ και δεκαετίες, το κοινό συνεχίζει να τον εμπιστεύεται και να τον αγαπά με έναν τρόπο σχεδόν προσωπικό.
Γιατί μέσα από τους ρόλους του, τις δημόσιες τοποθετήσεις του και τον τρόπο που στέκεται απέναντι στη δουλειά και τη ζωή, δίνει την αίσθηση ενός ανθρώπου βαθιά αληθινού. Ενός ανθρώπου, ίδιου με εμάς.
Στη συζήτησή μας για το Greek Vision, μίλησε για την σπουδαία παράσταση «Εκτός Ύλης» που παρουσιάζει εδώ και χρόνια, ενώ έφτασε να την ανεβάσει μέχρι στη Βουλή των Ελλήνων και, πρόσφατα, στο Ευρωκοινοβούλιο ερμηνεύοντας τον ρόλο ενός βουλευτή που αποφασίζει να παραιτηθεί από το αξίωμά του και να εγκαταλείψει μια για πάντα την πολιτική ζωή.

Μοιραία λοιπόν, στη συζήτηση μας, μιλάει και για την πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, το θέατρο, την τοξικότητα στον χώρο του πολιτισμού, αλλά και τη σχέση του με τον ΠΑΟΚ και τη ζωή γενικότερα.
Και το έκανε όπως πάντα, χωρίς στόμφο, χωρίς «έτοιμες» απαντήσεις, αλλά με σκέψη και ειλικρίνεια.
Ξεκινήσαμε σχεδόν αμήχανα, όταν του ζητώ να συστηθεί σε κάποιον που δεν τον γνωρίζει. Ήθελα να μάθω ποιες θα ήταν οι πρώτες λέξεις που θα χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του. Εκείνος όμως, δυσκολεύεται να μιλήσει για τον εαυτό του έξω από τη δουλειά του και τελικά, επιλέγει να μιλήσει μέσα από αυτήν!
Αν έπρεπε να συστηθείτε σε κάποιον που δεν σας γνωρίζει, τι θα του λέγατε για εσάς;
Δεν ξέρω, μου είναι δύσκολο να το προσδιορίσω έτσι γενικά. Στη δουλειά, πάντως, θα ήθελα να είμαι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να είναι όσο πιο έτοιμος και όσο πιο καλός γίνεται σε κάθε δουλειά. Να τιμώ το κοινό και να υπηρετώ την αλήθεια σε κάθε έργο και σε κάθε ρόλο που αναλαμβάνω.
Θα λέγατε ότι είστε καλός άνθρωπος;
Θέλω να το ελπίζω και να το πιστεύω. Καλά θα ήμουν αν πίστευα το αντίθετο, αλλά αυτό το λένε και οι κακοί όταν είναι μόνοι τους. (γέλια) Θέλω να πιστεύω ότι με ενδιαφέρει να κάνω το καλό και αυτό με χαροποιεί. Με την προσφορά και με την καλοσύνη θεωρώ ότι μπορούμε να πετύχουμε πολλά πράγματα. Καμιά φορά μπορεί να παρασύρομαι και να κάνω κι εγώ λάθη, όπως κάθε άνθρωπος, αλλά η πρόθεση είναι πάντα να κάνω καλό.
«Η πραγματικότητα μας έχει ξεπεράσει»
Στην παράσταση “Εκτός Ύλης” υποδύεστε έναν πολιτικό που αποφασίζει να παραιτηθεί. Πώς νιώθετε σήμερα με όλη αυτή την πολιτική κατάσταση στη χώρα;
Παίρνω μόνιμα τηλέφωνο τον συγγραφέα και του λέω «ρε συ Κώστα, είναι πάρα πολύ ελαφρά αυτά που έχουμε γράψει». Η πραγματικότητα μάς έχει ξεπεράσει προ πολλού. Τώρα τελευταία που παίζω την παράσταση αισθάνομαι ότι είμαι λίγο παραπάνω από το να τους χαϊδέψω. Συμβαίνουν δίπλα μας τέρατα και το έργο, επειδή δεν ήθελε να χαρακτηριστεί κομματικά, απέφυγε να βάλει πολύ βαθιά το μαχαίρι. Και τώρα αισθάνομαι πραγματικά ότι μας έχει ξεπεράσει πολύ η πραγματικότητα.

Όταν πρωτογράφτηκε το έργο, φαντάζομαι θα φαινόταν πολύ πιο σκληρό.
Ακριβώς. Τότε υπήρχε ακόμη μια συστολή. Δεν ομολογούσαν πολλά πράγματα και το έργο ερχόταν να τα βγάλει στην επιφάνεια. Τώρα τα βγάζουν μόνοι τους στην επιφάνεια. Δεν τρέχει τίποτα. Έχει ξεπεραστεί κάθε ίχνος ντροπής.
Άρα ένα νέο “Εκτός Ύλης” θα έπρεπε να γραφτεί αλλιώς;
Το θεωρώ σίγουρο. Αν πάμε και του χρόνου, νομίζω ότι θα πρέπει να αλλάξει πάλι το κείμενο. Άλλαξε ήδη από το 2016 που ανέβηκε πρώτη φορά, αλλά και πάλι πρέπει να αλλάξει.
«Οι ίδιοι οι γονείς λένε “φύγε να σωθείς”»
Πολλοί Έλληνες έχουν φύγει στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια. Τι πιστεύετε ότι θα μπορούσε να τους φέρει κάποτε πίσω;
Καταρχάς πιστεύω ότι κανένας δεν φεύγει με χαρά από τον τόπο του. Οι περισσότεροι αναγκάζονται να φύγουν. Και όλοι κρατάνε δεσμούς με την οικογένεια, με τα βιώματα, με την πατρίδα τους. Βαθιά μέσα τους θέλουν να γυρίσουν.Αυτό που θα τους κάνει να γυρίσουν είναι να ξαναυπάρξει σε αυτόν τον τόπο μια ελπίδα, μια δικαιοσύνη, μια αξιοκρατία. Όταν δεν τα βρίσκεις αυτά, έχουμε φτάσει στο σημείο οι ίδιοι οι γονείς να διώχνουν τα παιδιά τους λέγοντας «Φύγε να σωθείς». Λες και είμαστε σε πολεμική κατάσταση.

Δικαιολογείτε, δηλαδή, όσους φεύγουν;
Απόλυτα. Αν είχα μια δουλειά που μου επέτρεπε να ζήσω έξω, πιθανόν να είχα φύγει κι εγώ.
Έχετε κάνει, πάντως, δουλειές στο εξωτερικό.
Ναι, αλλά συνέβησαν όταν ήμουν ήδη μεγάλος. Μου ήταν δύσκολο να πάρω το ρίσκο να μετακομίσω με οικογένεια και να ξεκινήσω από την αρχή. Και η δουλειά μας εξαρτάται άμεσα από τη γλώσσα, οπότε είναι πολύ δύσκολο.
Παίζει μεγάλο ρόλο και η νοσταλγία, φαντάζομαι.
Εννοείται. Έχω συναντήσει νέα παιδιά που έχουν φύγει λίγα χρόνια και δεν βλέπουν την ώρα να μπορέσουν να γυρίσουν πίσω. Νοσταλγούν τα πάντα.
«Δεν ήθελα ποτέ να πηγαίνω στη δουλειά μου και να ματώνω»
Πώς βιώνετε τους ρόλους που κάνετε; Υπάρχουν κάποιοι που σας επηρεάζουν περισσότερο;
Όχι προσωπικά. Τους χαίρομαι, τους ευχαριστιέμαι. Μ’ αρέσει να μεταμορφώνομαι, να ξεχνάω ποιος είμαι και να μπαίνω στο σώμα ενός άλλου ανθρώπου και στην ψυχοσύνθεσή του. Αλλά μόλις τελειώσει η παράσταση, τον έχω αφήσει πίσω μου.
Έχετε πει ότι θέλετε να πηγαίνετε στη δουλειά και να χαίρεστε.
Ναι, είναι από τα βασικά. Από πολύ μικρός συνάντησα ανθρώπους που μου έλεγαν ότι το θέατρο είναι μάχη, είναι πόνος, ότι θα ματώσεις. Το καταλάβαινα, το σεβόμουν, αλλά έλεγα «μακριά από μένα». Δεν ήθελα ποτέ να πηγαίνω στη δουλειά μου και να πονάω. Μ’ αρέσει τις δυσκολίες να τις λύνω με χαρά, με κέφι και με γέλιο. Αισθάνομαι ότι αποδίδω καλύτερα έτσι και όχι όταν υπάρχει ένας δυνάστης από πάνω μου να με καταπιέζει.
«Τα νέα παιδιά μάς έδωσαν ένα χαστούκι»
Σας στεναχώρησαν όσα αποκαλύφθηκαν τα τελευταία χρόνια στον χώρο του θεάτρου;
Δεν με πείραξαν με την έννοια ότι «αμαυρώνεται ο χώρος». Αντίθετα, χάρηκα πάρα πολύ που βρέθηκαν άνθρωποι και μίλησαν. Ξέρετε, εμάς της παλιότερης γενιάς μάς είχαν εμποτίσει με την ιδέα ότι έτσι είναι. Ότι ο σκηνοθέτης θα είναι κακοποιητικός, ότι πρέπει να κάνεις υπομονή. Και χωρίς να το καταλάβουμε, σχεδόν δεν αντιδρούσαμε. Το θεωρούσαμε καθιερωμένο. Χάρηκα πολύ γιατί τα νέα παιδιά μάς έδωσαν κι εμάς ένα χαστούκι. Μας είπαν «ξύπνα, δεν πρέπει να είναι έτσι».
Θεωρείτε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει;
Σίγουρα εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Αλλά νομίζω ότι πλέον είναι πιο συγκρατημένοι. Και επίσης είναι πιο εύκολο για όσους υφίστανται τέτοιες συμπεριφορές να μιλήσουν. Γιατί παλιά υπήρχε ο φόβος ότι αν μιλήσεις μπορεί να μη βρεις ξανά δουλειά.
«Δεν θέλω να κοροϊδεύω τον θεατή»
Ο κόσμος σας αγαπά πολύ, ακόμη και άνθρωποι που ίσως δεν σας έχουν δει ποτέ στο θέατρο. Τι πιστεύετε ότι είναι αυτό που σας κάνει τόσο αγαπητό;
Καταρχάς το χαίρομαι όσο τίποτα άλλο. Τώρα που βγαίνω περιοδεία συναντάω παντού αυτή την αγάπη. Μόνο στο διαδίκτυο δεν τη βλέπεις, γιατί εκεί υπάρχει κυρίως μίσος. Στην πραγματική ζωή είναι τελείως διαφορετικά. Έχω την εντύπωση ότι αυτό που δημιούργησε αυτή τη σχέση είναι η εντιμότητα με την οποία πάντα προσέγγιζα τους ρόλους. Όταν ο άλλος σηκώθηκε από το σπίτι του, πλήρωσε και ήρθε να μας δει, αισθανόμουν πάντα υποχρεωμένος να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό. Να μην τον κοροϊδέψω ποτέ. Δεν ήθελα ούτε να του χαϊδέψω τα αυτιά ούτε να του δώσω εύκολα πράγματα. Ήθελα να τον προβληματίσω, αλλά ταυτόχρονα να τον ικανοποιήσω.
Ίσως ο κόσμος νιώθει ότι λέτε πάντα αυτό που πραγματικά σκέφτεστε.
Ναι, πάντα μιλούσα με μια γλώσσα λέγοντας αυτό που σκέφτομαι χωρίς να προσβάλλω τους άλλους. Δεν μπορώ να πω ψέματα για να εξυπηρετήσω συμφέροντα. Με δυσκολεύει πάρα πολύ αυτό.
«Η μαγεία του ποδοσφαίρου είναι σχεδόν τέχνη»
Η σχέση σας με τον ΠΑΟΚ είναι πολύ γνωστή. Τι είναι αυτό που σας συνδέει τόσο πολύ με την ομάδα;
Με την ομάδα συνδέθηκα το 1985 χαλαρά στην αρχή. Δεν ήμουν φανατικός, αλλά μου άρεσε εκείνη η ομάδα με τον Κούδα και τον Σαράφη. Και σιγά σιγά κόλλησα το μικρόβιο. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι ο ΠΑΟΚ προσπαθεί κάποιες φορές να μιλήσει και για άλλα πράγματα πέρα από τα οπαδικά. Για την οπαδική βία, για την κοινωνική προσφορά μιας ομάδας στην πόλη, για το δέσιμο που μπορεί να φέρει.
Το ποδόσφαιρο είναι τελικά κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι;
Βέβαια. Η φαντασία και η μαγεία που βλέπεις καμιά φορά στο παιχνίδι κάποιων ανθρώπων είναι σχεδόν τέχνη. Σε συγκινεί το ίδιο με την τέχνη.
«Ιδανικά, το καλοκαίρι μου θα ήταν… να κάθομαι»
Πώς θα θέλατε να είναι το ιδανικό καλοκαίρι του Γεράσιμου Σκιαδαρέση;
Ιδανικά; Να μην κάνω τίποτα. Να κάθομαι. Να ξεκουραστώ. Μ’ αρέσει πολύ η θάλασσα. Δεν θα γίνει βέβαια κάτι τέτοιο, αλλά ελπίζω να καταφέρω να κερδίσω λίγο χρόνο για ξεκούραση.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ