Τι οδήγησε τον Καναδά να στραφεί στην Κίνα για τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών, εξηγεί ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας, Τζάστιν Τρουντό, σε συνέντευξή του στο CNBC.
Ο Τρουντό ουσιαστικά κατηγορεί τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και την Ευρώπη για οικονομικό εκβιασμό, περιγράφοντας μια περίοδο κατά την οποία, όπως είπε, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη «σχεδόν οδήγησαν» τον Καναδά «στην αγκαλιά της Κίνας».
Αναφέρεται ειδικότερα στην καναδική εταιρεία Bombardier, που κατασκευάζει ιδιωτικά τζετ και συγκεκριμένα στο μοντέλο C Series το 2008, το οποίο δεν μπόρεσε να πουλήσει το μοντέλο σε αεροπορικές εταιρείες λόγω της πίεσης από την ευρωπαϊκή Airbus και την αμερικανική Boeing.
Η Bombardier τελικά προσεγγίστηκε από Κινέζους επενδυτές, οι οποίοι πρόσφεραν «ένα φορτηγό γεμάτο χρήματα» για να αγοράσουν την επιχείρηση, σύμφωνα με τον Τρουντό.
«Η Boeing και η Airbus – που ήταν απασχολημένες προσπαθώντας να βγάλουν την Bombardier εκτός αγοράς επειδή δεν ήθελαν η Bombardier να αποτελεί ανταγωνιστή – σχεδόν μας οδήγησαν στα χέρια της Κίνας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Κινέζοι επενδυτές πρότειναν συνεργασία με την Bombardier το 2015, όταν οι συζητήσεις για πιθανή συγχώνευση με την Airbus κατέρρευσαν. Το 2017, η Bombardier στράφηκε και πάλι προς την Κίνα για συμφωνία, αφού οι διαπραγματεύσεις με την Boeing για τη σειρά C απέτυχαν.
«Στη Σύνοδο Κορυφής της G7 στη Σικελία… το 2017, είπα στον Μακρόν, τη Μέρκελ και τον Τραμπ: Μας οδηγείτε στα χέρια των Κινέζων, για να προστατεύσετε τις θέσεις εργασίας. Είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ο,τιδήποτε για να το πετύχουν αυτό», δηλώνει ο Τρουντό.
Τελικά το 2018, η Airbus απέκτησε «πλειοψηφικό μερίδιο» στην εμπορική σειρά C της Bombardier και άρχισε να την κατασκευάζει ως A220.
Αγόρασε το υπόλοιπο μερίδιο το 2020, εξασφαλίζοντας περισσότερες από 3.300 θέσεις εργασίας στην Airbus στο Κεμπέκ, όπως δήλωσαν τότε οι εταιρείες.
«Αυτό ήταν ένα παράδειγμα εσωτερικών οικονομικών πιέσεων και εξαναγκασμού που, ενώ είμαστε απασχολημένοι να ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας, σχεδόν καταλήξαμε να δώσουμε σε έναν σημαντικό ανταγωνιστή που δεν μοιράζεται την ίδια προσέγγιση και τις ίδιες απόψεις με εμάς, ένα σημαντικό πλεονέκτημα», τονίζει.
Στη συνέχεια αναφέρεται στις απειλές του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή δασμών οι οποίες είχαν «παρόμοιο» αποτέλεσμα, καθώς η αυτοκινητοβιομηχανία του Καναδά «αναγκάστηκε να εξετάσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με την Κίνα, επειδή η αμερικανική βιομηχανία δεν θέλει πλέον να συνεργαστεί μαζί μας».
Ο Καναδάς υπέγραψε επίσης συμφωνίες με την Ευρώπη για την προμήθεια αλουμινίου, αφού οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς 50% στις εισαγωγές του μετάλλου. «Αυτή η αβεβαιότητα, το αν θα μας επιβάλλουν ξανά δασμούς, σημαίνει ότι βρήκαμε καλύτερους εταίρους για αυτό, και αυτός είναι ένας τρόπος να παρακάμψουμε μέρος αυτού του οικονομικού εκβιασμού», σημειώνει.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ