Η απόφαση της κυβέρνησης του Μαρκ Κάρνεϊ να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες του Καναδά στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035 συνιστά τη μεγαλύτερη στρατιωτική αναβάθμιση της χώρας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανοίγοντας έναν πολυεπίπεδο αγώνα δρόμου για τα συμβόλαια μεταξύ των εγχώριων εταιρειών του κλάδου.
Το νέο βιομηχανικό δόγμα για την άμυνα στοχεύει να κατευθύνει το 70% της στρατιωτικής δαπάνης σε καναδικές επιχειρήσεις, από περίπου 50% σήμερα, προσφέροντας επιπλέον έσοδα άνω των 5,1 δισ. καναδικών δολαρίων ετησίως σε τοπικούς παίκτες. Την ίδια ώρα, η γεωπολιτική συγκυρία και η σκληρότερη γραμμή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ ενισχύουν περαιτέρω τη δυναμική του καναδικού αμυντικού κλάδου.
Η χρηματιστηριακή εικόνα δείχνει ήδη το μέγεθος της στροφής: από το 2024 η μετοχή της AtkinsRéalis έχει υπερδιπλασιαστεί, η Bombardier έχει εκτοξευθεί πάνω από 400%, ενώ η MDA Space έχει υπερτριπλασιάσει την αξία της από τα χαμηλά του έτους. Ωστόσο, μικρότερες εταιρείες προειδοποιούν ότι η Οτάβα κινδυνεύει να ενισχύσει κυρίως «κατεστημένους» πρωταγωνιστές ή να συνεχίσει να βασίζεται σε αμερικανικούς γίγαντες της άμυνας, αφήνοντας περιορισμένο χώρο για νέους παίκτες.
Ωστόσο, πίσω από την υπόσχεση των 125.000 νέων θέσεων εργασίας, η δημοσιονομική εξίσωση είναι ασφυκτική.
Έκθεση του Γραφείου Κοινοβουλευτικού Προϋπολογισμού προειδοποιεί ότι για να πιάσει ο Καναδάς τον στόχο του 5% του ΑΕΠ απαιτούνται 159 δισ. καναδικά δολάρια μέχρι το 2035, γεγονός που θα φουσκώσει το έλλειμμα κατά 63 δισ. και θα αυξήσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ κατά 6,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Αναλυτές όπως ο Ξαβιέ Ντελγκάδο μιλούν για ανάγκη «συγκεντρωμένης προσπάθειας και πολιτικού κεφαλαίου» ώστε να πειστεί η κοινωνία ότι η άμυνα υπερισχύει, έστω προσωρινά, άλλων προτεραιοτήτων όπως η υγεία ή οι κοινωνικές δαπάνες. Όπως σημειώνει, όλοι αγαπούν θεωρητικά τον στόχο του ΝΑΤΟ, αλλά ελάχιστοι αναγνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι το μονοπάτι για να φτάσει εκεί ο Καναδάς.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ