Η Τράπεζα του Καναδά αναμένεται να ανακοινώσει την Τετάρτη την απόφασή της για τα επιτόκια, σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας για την παγκόσμια και καναδική οικονομία.
Η απόφαση έρχεται εν μέσω του πολέμου με το Ιράν, ο οποίος έχει προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και έχει οδηγήσει σε απότομη αύξηση των τιμών πετρελαίου και καυσίμων.
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται στους καταναλωτές, αυξάνοντας τις τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Παρότι ο πληθωρισμός στον Καναδά είχε υποχωρήσει στο 1,8% τον Φεβρουάριο, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι τους επόμενους μήνες θα κινηθεί εκ νέου ανοδικά, προσεγγίζοντας το 3%, κυρίως λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Τράπεζα του Καναδά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: Από τη μία πλευρά, η αύξηση του πληθωρισμού θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυστηρότερη νομισματική πολιτική, ενώ από την άλλη, η οικονομία εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης, με ασθενέστερη ανάπτυξη και επιδείνωση της αγοράς εργασίας.
Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η κεντρική τράπεζα θα διατηρήσει στάση αναμονής, αποφεύγοντας άμεσες αλλαγές στα επιτόκια.
Παράλληλα, θεωρείται απίθανο να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων μέσα στο έτος, παρά το γεγονός ότι οι αγορές έχουν αρχίσει να προεξοφλούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο λόγω των πληθωριστικών πιέσεων.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής φαίνεται να αντιμετωπίζουν την άνοδο των τιμών ως προσωρινή, καθώς συνδέεται κυρίως με το σοκ στις τιμές πετρελαίου. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα που προκαλούν τόσο ο πόλεμος με το Ιράν όσο και οι εμπορικές εντάσεις διεθνώς, ενισχύει την ανάγκη για προσεκτικές κινήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η πορεία της καναδικής οικονομίας τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη της σύγκρουσης και την πορεία των τιμών ενέργειας, που συνεχίζουν να αποτελούν βασικό παράγοντα πίεσης για τον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη των πολιτών.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ