Τρίτη, 28 Ιουλίου, 2026

Μειώνεται η στήριξη των Αμερικανών στον πόλεμο με το Ιράν

Νέα δημοσκόπηση αποτυπώνει αυξανόμενη δυσπιστία για τον πόλεμο και τους στόχους της αμερικανικής εμπλοκής

Η στήριξη της αμερικανικής κοινής γνώμης προς τον πόλεμο εναντίον του Ιράν καταγράφει αισθητή υποχώρηση, σύμφωνα με τη νέα δημοσκόπηση του ινστιτούτου Ipsos και του πρακτορείου Reuters.

Μόλις ένας στους τρεις Αμερικανούς δηλώνει ότι υποστηρίζει τη στρατιωτική εμπλοκή, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί από την έναρξη της σύρραξης, η οποία εισέρχεται πλέον στον έκτο μήνα της.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 24 έως τις 26 Ιουλίου σε δείγμα 1.246 ενηλίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες, με περιθώριο στατιστικού σφάλματος ±3%.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η κοινή γνώμη εμφανίζεται ολοένα και πιο επιφυλακτική απέναντι στη συνέχιση του πολέμου, ενώ παράλληλα εκφράζει έντονη αμφισβήτηση για τη στρατηγική που ακολουθεί η κυβέρνηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το 69% των ερωτηθέντων θεωρεί πως ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει εξηγήσει με σαφήνεια τους πραγματικούς στόχους της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι την ίδια άποψη συμμερίζεται περίπου το 40% των ψηφοφόρων που δηλώνουν υποστηρικτές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται μόνο στους πολιτικούς του αντιπάλους.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει παρουσιάσει κατά καιρούς διαφορετικές αιτιολογήσεις για τη συνέχιση του πολέμου.

Άλλοτε έχει δηλώσει ότι στόχος είναι η ενίσχυση της ιρανικής αντιπολίτευσης και η ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης, άλλοτε η καταστροφή των πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν και άλλοτε η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων από τη χώρα.

Η ιρανική κυβέρνηση, πάντως, συνεχίζει να απορρίπτει κατηγορηματικά ότι επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου.

Παρά την αυξανόμενη αμφισβήτηση για τον πόλεμο, η συνολική δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ σημείωσε μικρή ανάκαμψη.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, το ποσοστό αποδοχής του αυξήθηκε κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 37%, μετά το χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης προεδρικής του θητείας που είχε καταγραφεί τον προηγούμενο μήνα.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Ολίβια Γουέιλς, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης, υποστήριξε ότι ο πρόεδρος δεν διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική με βάση τις δημοσκοπήσεις.

Όπως ανέφερε, βασική προτεραιότητα της κυβέρνησης παραμένει η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν.

Η περιορισμένη αποδοχή του πολέμου έρχεται σε έντονη αντίθεση με προηγούμενες μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στους πρώτους μήνες του πολέμου στο Ιράκ, το 2003, περίπου το 70% των Αμερικανών υποστήριζε την επέμβαση, ενώ μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου το ποσοστό υποστήριξης για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν είχε φτάσει ακόμη και το 90%.

Η παρατεταμένη διάρκεια της σύγκρουσης φαίνεται να επηρεάζει ολοένα και περισσότερο την καθημερινότητα των πολιτών.

Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, έχουν χάσει τη ζωή τους 18 Αμερικανοί στρατιωτικοί, ενώ οι συνολικές ανθρώπινες απώλειες στο Ιράν και στον Λίβανο ανέρχονται σε χιλιάδες.

Παράλληλα, η άνοδος των τιμών των καυσίμων, ως συνέπεια της πολεμικής κρίσης, επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Η δυσαρέσκεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, στις οποίες θα κριθεί ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας.

Οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι εμφανίζονται πλέον να προτιμούν τους υποψηφίους των Δημοκρατικών έναντι των Ρεπουμπλικανών με ποσοστό 36% έναντι 20%, ενώ δηλώνουν επίσης μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις οικονομικές προτάσεις της αντιπολίτευσης.

Κατά την προεκλογική του εκστρατεία το 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δεσμευθεί ότι δεν θα οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε νέους, μακροχρόνιους πολέμους, τους οποίους χαρακτήριζε «πολέμους για πάντα».

Όταν αποφάσισε την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν, είχε δηλώσει ότι οι επιχειρήσεις θα ολοκληρώνονταν μέσα σε τέσσερις έως πέντε εβδομάδες.

Ωστόσο, έξι μήνες αργότερα, η σύγκρουση συνεχίζεται, οι ανθρώπινες και οικονομικές συνέπειες αυξάνονται και η στήριξη της αμερικανικής κοινωνίας προς τον πόλεμο παρουσιάζει σταθερή φθορά, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για τον πρόεδρο και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.


Διαβάστε επίσης:

Τραμπ για Ιράν: «Είμαι έτοιμος για σκληρή στρατιωτική απάντηση, αν αποτύχουν οι συνομιλίες»

Don't Miss