Ο «δεύτερος γύρος» της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν δεν ήρθε ως έκπληξη. Η εύθραυστη εκεχειρία που είχε διαμορφωθεί το προηγούμενο διάστημα κατέρρευσε και ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε το τέλος της κατάπαυσης του πυρός, ανοίγοντας ξανά τον δρόμο για μια νέα φάση στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς θα εξελιχθούν οι επιχειρήσεις, αλλά τι ακριβώς επιδιώκει η Ουάσινγκτον.
Θέλει μια περιορισμένη στρατιωτική πίεση που θα οδηγήσει σε διαπραγμάτευση ή είναι διατεθειμένη να εμπλακεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση με στόχο την αλλαγή των ισορροπιών στην περιοχή;
Η προηγούμενη αποκλιμάκωση είχε περισσότερο τον χαρακτήρα αναγκαστικού συμβιβασμού παρά στρατηγικής νίκης.
Η αμερικανική πλευρά διαπίστωσε ότι η στρατιωτική πίεση δεν μπορούσε εύκολα να οδηγήσει την Τεχεράνη ούτε σε αλλαγή καθεστώτος ούτε σε πλήρη υποχώρηση στα κρίσιμα ζητήματα.
Παράλληλα, οι ανησυχίες για τις διεθνείς αγορές ενέργειας και τον κίνδυνο μιας μεγάλης πετρελαϊκής κρίσης αύξησαν την πίεση για προσωρινή αποκλιμάκωση.
Ωστόσο, δύο μεγάλα μέτωπα παρέμειναν ανοιχτά.
Το πρώτο ήταν ο Λίβανος, όπου η επιρροή του Ιράν παρέμεινε ισχυρή, προκαλώντας έντονη ανησυχία σε ΗΠΑ και Ισραήλ. Το δεύτερο ήταν το Στενό του Ορμούζ, ένας από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως, όπου η Τεχεράνη διατήρησε ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η προσπάθεια να περιοριστεί η εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ μέσω εναλλακτικών διαδρομών πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν εξάλειψε το πρόβλημα.
Η Τεχεράνη έδειξε ότι εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή, ενώ οι επιθέσεις σε πλοία που δεν συντονίζονταν με τους Φρουρούς της Επανάστασης θεωρήθηκαν από την άλλη πλευρά ως παραβίαση της συμφωνίας.
Έτσι, η εύθραυστη ισορροπία κατέρρευσε.
Η στρατηγική του Τραμπ, η οποία συχνά βασίζεται στην πίεση ώστε να επιτευχθεί στη συνέχεια μια συμφωνία, βρίσκεται πλέον μπροστά στα όριά της.
Η επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων γίνεται δυσκολότερη, καθώς η αμοιβαία εμπιστοσύνη έχει πληγεί και κάθε πλευρά θεωρεί ότι η άλλη προσπαθεί να κερδίσει χρόνο.
Το κρίσιμο δίλημμα για την Ουάσινγκτον είναι πλέον ξεκάθαρο: θα αποδεχθεί μια νέα πραγματικότητα όπου το Ιράν έχει ενισχυμένο ρόλο στον έλεγχο της περιφερειακής ασφάλειας και της ναυσιπλοΐας ή θα επιχειρήσει να ανατρέψει αυτή την κατάσταση μέσω στρατιωτικής ισχύος;
Και οι δύο επιλογές έχουν τεράστιο κόστος.
Μια ευρύτερη αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στον Περσικό Κόλπο μπορεί να προκαλέσει νέα ενεργειακή αναταραχή, να δοκιμάσει τις σχέσεις της Ουάσινγκτον με τους Άραβες συμμάχους της και να οδηγήσει σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή έξοδο.
Από την άλλη πλευρά, η ιρανική ηγεσία καλείται να απαντήσει σε ένα εξίσου δύσκολο ερώτημα: Mπορεί να πείσει έναν πληθυσμό που επιθυμεί οικονομική ανάκαμψη και επιστροφή στην κανονικότητα ότι η συνέχιση της αντιπαράθεσης αποτελεί τη σωστή επιλογή;
Όπως επισημαίνει ο ειδικός σε θέματα Ιράν και στρατηγικός αναλυτής του Atlantic Council, Ντάνι Σιτρίνοβιτς, η Ουάσινγκτον βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που δεν επιτρέπει εύκολους συμβιβασμούς. Eάν θέλει μια νέα συμφωνία με το Ιράν, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η παλιά ισορροπία στον Περσικό Κόλπο δύσκολα επιστρέφει.
Αν, αντίθετα, επιδιώκει την αποκατάσταση του προηγούμενου καθεστώτος ελέγχου στη ναυσιπλοΐα, τότε ο κίνδυνος μιας νέας και μεγαλύτερης κλιμάκωσης αυξάνεται.
Ο «δεύτερος γύρος» της κρίσης δεν είναι απλώς μια συνέχεια της προηγούμενης σύγκρουσης. Είναι μια νέα δοκιμασία για τις αντοχές των ΗΠΑ, τις φιλοδοξίες του Ιράν και την εύθραυστη ισορροπία ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.
Διαβάστε επίσης:
Ο Τραμπ ανοίγει τον δρόμο για πλήρη επαναπροσέγγιση με τη Συρία: «Νομίζω ότι θα το κάνω»

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ