Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες κινηματογραφικές παραγωγές της χρονιάς είναι αναμφίβολα το «Citizen Vigilante», η νέα ταινία του Γερμανού σκηνοθέτη Ούβε Μπολ με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ.
Το φιλμ έχει προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις εξαιτίας της θεματολογίας του, η οποία περιστρέφεται γύρω από τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα, την αυτοδικία και την αποτυχία –όπως παρουσιάζεται στην ταινία– των κρατικών θεσμών να προστατεύσουν τους πολίτες.
Η συζήτηση όμως εκτοξεύθηκε σε διεθνές επίπεδο όταν ο Έλον Μασκ αποφάσισε να προβάλει την ταινία μέσω της πλατφόρμας X για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δίνοντάς της τεράστια δημοσιότητα και μετατρέποντάς την σε ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης γύρω από την ελευθερία της έκφρασης, τη λογοκρισία και τη μετανάστευση.
Η απαγόρευση στη Γερμανία
Το «Citizen Vigilante» δεν έλαβε ηλικιακή κατάταξη από τη γερμανική Αρχή Ταξινόμησης Ταινιών (FSK).
Στη Γερμανία, η μη χορήγηση ταξινόμησης έχει σοβαρές συνέπειες, καθώς πρακτικά εμποδίζει:
- την κανονική κινηματογραφική προβολή,
- τη διανομή σε DVD και Blu-ray,
- τη διάθεσή του στις μεγάλες πλατφόρμες streaming.
Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, η απόφαση ισοδυναμεί με έμμεση απαγόρευση της ταινίας, καθώς περιορίζει δραστικά την πρόσβαση του κοινού σε αυτή.
Ο Ούβε Μπολ προσέφυγε δικαστικά κατά της απόφασης της FSK, όμως η ένστασή του απορρίφθηκε.
Όπως υποστηρίζει, η αιτιολογία των γερμανικών αρχών ήταν ότι το περιεχόμενο της ταινίας θα μπορούσε να θεωρηθεί πως υποκινεί βία κατά μεταναστών.
Η προβολή από τον Έλον Μασκ
Παρά τους περιορισμούς στη Γερμανία, η ταινία απέκτησε απροσδόκητη διεθνή προβολή όταν ο Έλον Μασκ την ανάρτησε στο X για περίπου 48 ώρες.
Η κίνηση αυτή προκάλεσε νέο κύμα αντιδράσεων.
Για τους υποστηρικτές της, αποτέλεσε υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης απέναντι στη λογοκρισία.
Για τους επικριτές, όμως, ο Μασκ προώθησε ένα έργο που παρουσιάζει με θετικό τρόπο την αυτοδικία και συνδέει τη μετανάστευση με τη βία, ενισχύοντας ήδη πολωμένες πολιτικές συζητήσεις.
Η υπόθεση της ταινίας
Η ιστορία ξεκινά σε μία ευρωπαϊκή πόλη, όπου μία μητέρα δολοφονείται άγρια μπροστά στο παιδί της από ομάδα μεταναστών.
Το περιστατικό λειτουργεί ως αφετηρία για την εξέλιξη της ιστορίας.
Ο Άρμι Χάμερ υποδύεται τον Σάντερς, έναν πλούσιο Αμερικανό επιχειρηματία που χάνει κάθε εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα.
Πιστεύοντας ότι η Δικαιοσύνη αδυνατεί να προστατεύσει τους πολίτες, αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια του.
Σταδιακά μετατρέπεται σε έναν βίαιο εκδικητή, κυνηγώντας εγκληματίες, διεφθαρμένους αξιωματούχους αλλά και μετανάστες που παρουσιάζονται ως δράστες σοβαρών εγκλημάτων.
Η ταινία εξελίσσεται σε ένα ιδιαίτερα αιματηρό θρίλερ εκδίκησης, με πολλούς κριτικούς να υποστηρίζουν ότι παρουσιάζει την αυτοδικία ως δικαιολογημένη απάντηση στην εγκληματικότητα.
Ο Ούβε Μπολ υπερασπίζεται το έργο του
Ο σκηνοθέτης απορρίπτει τις κατηγορίες ότι η ταινία αποτελεί προπαγάνδα.
Όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στην Telegraph, το «Citizen Vigilante» δεν είναι ντοκιμαντέρ αλλά ένα πολιτικό θρίλερ που αντλεί στοιχεία από πραγματικά κοινωνικά προβλήματα.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η Ευρώπη αποφεύγει πλέον να παράγει πολιτικά φορτισμένες ταινίες, ενώ θεωρεί ότι ο κινηματογράφος οφείλει να ανοίγει δύσκολες δημόσιες συζητήσεις ακόμη και όταν προκαλεί αντιδράσεις.
Η έμπνευση από πραγματική υπόθεση
Ο Μπολ αποκάλυψε ότι μέρος της έμπνευσης προήλθε από υπόθεση ομαδικού βιασμού 14χρονης στο Αμβούργο το 2016.
Κατά τον ίδιο, η αντιμετώπιση της υπόθεσης από τη Δικαιοσύνη αλλά και ο τρόπος που παρουσιάστηκε στον δημόσιο διάλογο αποτέλεσαν βασικό κίνητρο για τη δημιουργία της ταινίας.
Υποστηρίζει ότι η κοινωνία συχνά εστιάζει περισσότερο στους δράστες παρά στα θύματα και ότι υπάρχει στρέβλωση στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τέτοιες υποθέσεις.
«Δεν είμαι ναζί»
Με αφορμή τις αντιδράσεις, ο σκηνοθέτης απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σύνδεση με ακροδεξιές ή ναζιστικές ιδέες.
Δήλωσε ότι προέρχεται από σοσιαλδημοκρατική οικογένεια και ότι στο παρελθόν είχε στηρίξει το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.
Παράλληλα, υποστήριξε πως στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα όποιος εκφράζει συντηρητικές θέσεις για ζητήματα όπως η μετανάστευση στιγματίζεται εύκολα ως ακροδεξιός.
Η επιστροφή του Άρμι Χάμερ
Το «Citizen Vigilante» σηματοδοτεί μία από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές επιστροφές του Άρμι Χάμερ μετά τις σοβαρές καταγγελίες που είχαν οδηγήσει στην απομάκρυνσή του από μεγάλες παραγωγές του Χόλιγουντ.
Ο Μπολ δήλωσε ότι επέλεξε τον ηθοποιό επειδή θεωρεί πως παραμένει εξαιρετικά ταλαντούχος και ότι αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία.
Μάλιστα ανέφερε πως θα επιθυμούσε να συνεργαστεί στο μέλλον και με άλλους ηθοποιούς που έχουν αποκλειστεί από τη βιομηχανία του θεάματος, αναφέροντας χαρακτηριστικά τον Κέβιν Σπέισι.
Ένα έργο που διχάζει
Το «Citizen Vigilante» έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο από μία κινηματογραφική παραγωγή.
Για τους επικριτές του αποτελεί μια επικίνδυνη ταινία που εξιδανικεύει την αυτοδικία και συνδέει τη μετανάστευση με τη βία, ενισχύοντας ακραίες αντιλήψεις.
Για τους υποστηρικτές του είναι ένα έργο που θίγει ζητήματα τα οποία, όπως υποστηρίζουν, αποφεύγουν να αγγίξουν τα μεγάλα στούντιο και τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.
Σε κάθε περίπτωση, η προβολή του από τον Έλον Μασκ μέσω του X, σε συνδυασμό με την ουσιαστική απαγόρευσή του στη Γερμανία, έχει μετατρέψει το «Citizen Vigilante» σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες ταινίες της χρονιάς, τροφοδοτώντας μια ευρύτερη διεθνή συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης, της λογοκρισίας, της μετανάστευσης και του ρόλου των ψηφιακών πλατφορμών στη διαμόρφωση του δημόσιου διαλόγου.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ