Η νέα έκθεση του EWC Investments αποτυπώνει τη θεαματική μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας από την κρίση του 2009 έως το 2030.
Δεκαέξι χρόνια μετά την οικονομική κατάρρευση του 2009 και την περίοδο των μνημονίων, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική φάση οικονομικής και θεσμικής εξέλιξης.
Σύμφωνα με σύγχρονες μακροοικονομικές εκτιμήσεις και δεδομένα διεθνών οργανισμών, η χώρα έχει περάσει από μια παρατεταμένη περίοδο κρίσης σε ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής σταθερότητας, επενδυτικής αξιοπιστίας και σταδιακής αναπτυξιακής επανεκκίνησης.
Το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) συνεχίζει να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με ενδεικτική αύξηση της τάξης του 2% ετησίως τα τελευταία χρόνια, επίδοση που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος, το οποίο είχε εκτοξευθεί σε επίπεδα άνω του 200% του ΑΕΠ κατά την περίοδο της πανδημίας, ακολουθεί πλέον πτωτική πορεία, με στόχο τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του κάτω από το 140% έως το τέλος της δεκαετίας.
Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η επιστροφή της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα από τους μεγάλους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, εξέλιξη που σηματοδοτεί την επανένταξη της Ελλάδας στις ώριμες αγορές ομολόγων μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια αποκλεισμού.
Η εξέλιξη αυτή έχει συμβάλει στη μείωση του κόστους δανεισμού και στη βελτίωση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών.
Στο τραπεζικό σύστημα, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), που κάποτε ξεπερνούσε το 45%, έχει πλέον υποχωρήσει σε μονοψήφια επίπεδα, κοντά στο 3–4%, ενισχύοντας τη σταθερότητα και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.
Ο τομέας των επενδύσεων παρουσιάζει επίσης έντονη κινητικότητα. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις καταγράφουν πολυετή υψηλά, ξεπερνώντας τα 12 δισ. δολάρια ετησίως, ενώ ο τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης, με έσοδα άνω των 20 δισ. ευρώ και δεκάδες εκατομμύρια αφίξεις ετησίως.
Παράλληλα, η ελληνική ναυτιλία διατηρεί ηγετική θέση παγκοσμίως, ελέγχοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας.
Ιδιαίτερο ρόλο στη νέα οικονομική εικόνα διαδραματίζει και ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους.
Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, η πλατφόρμα myDATA και η καθολική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών έχουν περιορίσει σημαντικά το κενό ΦΠΑ, ενισχύοντας τα δημόσια έσοδα και μειώνοντας την παραοικονομία.
Σε ορισμένους κλάδους, η μετάβαση στις ηλεκτρονικές συναλλαγές έχει οδηγήσει σε εκρηκτική αύξηση της διαφάνειας και της φορολογικής συμμόρφωσης.
Παρά τη συνολική πρόοδο, σημαντικές προκλήσεις παραμένουν.
Η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να υστερεί έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το δημογραφικό πρόβλημα εξελίσσεται σε έναν από τους πιο κρίσιμους μακροπρόθεσμους κινδύνους για την ελληνική οικονομία.
Η μείωση των γεννήσεων και η γήρανση του πληθυσμού δημιουργούν πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και στην αγορά εργασίας.
Η παραοικονομία, αν και περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν, παραμένει υπαρκτή πρόκληση, ενώ η ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας και της τεχνολογικής καινοτομίας θεωρείται καθοριστική για την επόμενη δεκαετία.
Σύμφωνα με αναλυτές, το πραγματικό «στοίχημα» για την Ελλάδα έως το 2030 δεν είναι πλέον η δημοσιονομική επιβίωση, αλλά η ποιοτική αναβάθμιση του αναπτυξιακού της μοντέλου.
Η μετάβαση από μια οικονομία κατανάλωσης και υπηρεσιών σε μια πιο παραγωγική, εξωστρεφή και τεχνολογικά ανεπτυγμένη οικονομία θα κρίνει αν η χώρα θα καταφέρει να διατηρήσει τη θετική της πορεία.
Η Ελλάδα του 2030, επομένως, δεν ορίζεται μόνο από την έξοδο από την κρίση, αλλά από το κατά πόσο θα καταφέρει να μετατρέψει τη σταθερότητα σε βιώσιμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ