Το «κρυφό» πρόβλημα στις αστικές συγκοινωνίες που έσκασε μετά τους ελέγχους
Μία από τις πιο σκοτεινές και διαχρονικές παθογένειες των δημόσιων αστικών συγκοινωνιών φαίνεται πως άρχισε να ξετυλίγεται μετά τους σαρωτικούς ελέγχους που ενεργοποίησε το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών στην ΟΣΥ, αποκαλύπτοντας ένα σύστημα που για χρόνια λειτουργούσε σχεδόν ανεξέλεγκτα πίσω από τις ελλείψεις οδηγών, τα κομμένα δρομολόγια και την καθημερινή ταλαιπωρία των επιβατών.
Η εικόνα που περιγράφουν στελέχη του υπουργείου αλλά και πηγές των συγκοινωνιακών φορέων προκαλεί έντονο προβληματισμό. Εκατοντάδες οδηγοί λεωφορείων, οι οποίοι είχαν τεθεί εκτός ενεργού υπηρεσίας επικαλούμενοι προβλήματα υγείας και συνέχιζαν να μισθοδοτούνται από το Δημόσιο, φέρονται να εργάζονταν κανονικά στον ιδιωτικό τομέα και κυρίως σε τουριστικές μεταφορές.
Το ζήτημα αναδείχθηκε μετά την εφαρμογή του νέου πλαισίου ελέγχου επαγγελματικών αδειών και ιατρικών παραπομπών που προώθησε ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης, επιχειρώντας -όπως υποστηρίζουν κυβερνητικές πηγές- να μπει τέλος σε ένα «γκρίζο καθεστώς» που είχε παγιωθεί εδώ και χρόνια στις δημόσιες συγκοινωνίες.
Το στοιχείο που προκάλεσε σοκ στο υπουργείο ήταν το μέγεθος του φαινομένου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάστηκαν, περίπου 700 από τους συνολικά 2.700 οδηγούς της ΟΣΥ βρίσκονταν εκτός τιμονιού λόγω προβλημάτων υγείας. Ωστόσο, σημαντικός αριθμός αυτών των εργαζομένων φέρεται να οδηγούσε κανονικά σε τουριστικά λεωφορεία ή άλλες ιδιωτικές μεταφορικές δραστηριότητες.
Η αποκάλυψη έφερε ξανά στο προσκήνιο το τεράστιο πρόβλημα υποστελέχωσης των αστικών συγκοινωνιών, με τις συνέπειες να τις βιώνουν καθημερινά οι πολίτες μέσα από ακυρώσεις δρομολογίων, αραιά λεωφορεία και πολύωρες καθυστερήσεις.
Μόνο μέσα στο 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΟΣΥ, δεν πραγματοποιήθηκαν περισσότερα από 500.000 προγραμματισμένα δρομολόγια λόγω έλλειψης διαθέσιμων οδηγών. Ένα νούμερο που στο υπουργείο θεωρούν πλέον άμεσα συνδεδεμένο και με το καθεστώς χαλαρών ελέγχων που ίσχυε επί χρόνια.
Επιστροφές, ανακλήσεις αδειών και κύμα αποχωρήσεων
Η έναρξη των ελέγχων φαίνεται ότι προκάλεσε πραγματικό ντόμινο εξελίξεων στο εσωτερικό της ΟΣΥ. Σύμφωνα με πληροφορίες από το υπουργείο Μεταφορών, περίπου 150 οδηγοί έχουν ήδη επιστρέψει στην ενεργό υπηρεσία μετά την επανεξέταση των φακέλων τους, ενώ για περίπου 300 ακόμη περιπτώσεις βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία αξιολόγησης που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ανάκληση επαγγελματικών αδειών.
Ταυτόχρονα, περίπου 250 εργαζόμενοι έχουν ήδη εκδηλώσει πρόθεση αποχώρησης από την ΟΣΥ μετά την αυστηροποίηση των διαδικασιών και την εντατικοποίηση των ελέγχων.
Στο υπουργείο Μεταφορών περιγράφουν την εικόνα ως «ξεκαθάρισμα ενός συστήματος που είχε ξεχειλώσει», υποστηρίζοντας ότι το προηγούμενο καθεστώς επέτρεπε επί της ουσίας σε εργαζόμενους να παραμένουν εκτός υπηρεσίας για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς ουσιαστικό επανέλεγχο, ακόμη και όταν υπήρχαν ενδείξεις ότι συνέχιζαν να εργάζονται αλλού.
Το νέο πλαίσιο που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Δεκεμβρίου 2025 άλλαξε ριζικά τη διαδικασία. Πλέον, κάθε οδηγός που παραπέμπεται σε υγειονομική επιτροπή υποχρεούται μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες να παραδώσει την επαγγελματική άδεια οδήγησης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η άδεια δεσμεύεται αυτόματα από τη Διεύθυνση Μεταφορών και ενημερώνεται παράλληλα η Αστυνομία.
Το πόρισμα των υγειονομικών επιτροπών καθορίζει στη συνέχεια εάν ο οδηγός μπορεί να επιστρέψει στην εργασία, αν πρέπει να περιοριστεί σε συγκεκριμένες κατηγορίες οχημάτων ή αν απαιτείται οριστική αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας.
Κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι η νέα διαδικασία λειτούργησε ως «ηλεκτροσόκ» σε ένα περιβάλλον όπου για χρόνια επικρατούσε αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου και μεγάλες διοικητικές καθυστερήσεις.
Το πολιτικό και οικονομικό παρασκήνιο πίσω από το «ξεσκαρτάρισμα»
Η υπόθεση αποκτά πλέον και σαφείς πολιτικές διαστάσεις, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την παρέμβαση ως παράδειγμα σύγκρουσης με χρόνιες στρεβλώσεις του Δημοσίου και αποκατάστασης της λειτουργικότητας στις συγκοινωνίες.
Στο υπουργείο Μεταφορών επιμένουν ότι οι έλεγχοι δεν στοχοποιούν εργαζόμενους με πραγματικά προβλήματα υγείας, αλλά περιπτώσεις καταχρηστικής αξιοποίησης ενός συστήματος που –όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά– λειτουργούσε επί χρόνια χωρίς ουσιαστικές δικλίδες ασφαλείας.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι το κόστος αυτού του καθεστώτος δεν ήταν μόνο δημοσιονομικό αλλά και κοινωνικό. Από τη μία πλευρά, το Δημόσιο επιβαρυνόταν με μισθοδοσίες εργαζομένων που δεν παρείχαν υπηρεσία στις αστικές συγκοινωνίες και από την άλλη οι πολίτες αντιμετώπιζαν καθημερινά τη διάλυση των δρομολογίων και την υποβάθμιση της μετακίνησής τους.
Παράλληλα, η αποκάλυψη επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πώς λειτούργησαν επί χρόνια οι μηχανισμοί ελέγχου στις δημόσιες συγκοινωνίες αλλά και το κατά πόσο υπήρχε ανοχή ή αδυναμία παρέμβασης απέναντι σε πρακτικές που φαίνεται να είχαν αποκτήσει σχεδόν μόνιμα χαρακτηριστικά.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει έντονους κραδασμούς στο εσωτερικό της ΟΣΥ και του συνδικαλιστικού χώρου των μεταφορών, ενώ στο υπουργείο θεωρούν ότι οι έλεγχοι θα συνεχιστούν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση το επόμενο διάστημα.
Και όσο οι έρευνες προχωρούν, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι το πρόβλημα των αστικών συγκοινωνιών δεν ήταν μόνο θέμα έλλειψης προσωπικού ή παλιών λεωφορείων, αλλά και αποτέλεσμα ενός συστήματος που για χρόνια λειτουργούσε χωρίς πραγματικό έλεγχο.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ