Σάββατο, 30 Μαΐου, 2026

Θεσσαλονίκη: «Η Ηχώ του Χρόνου»: Πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση βιβλίου για το Ολοκαύτωμα και τη δύναμη της μουσικής στο ΜΙΕΤ

Οι εποχές περνούν, αλλά δεν σβήνουν ποτέ ολοκληρωτικά. Μένουν σε μαρτυρίες, σε φωτογραφίες, σε ερείπια και, κάποιες φορές, μένουν και στους ήχους. Σε αυτή την περίπτωση, η μουσική αναλαμβάνει να κρατήσει ζωντανό το βάρος της μνήμης, να μεταφέρει τον πόνο, την απώλεια, αλλά και την ελπίδα από γενιά σε γενιά.

Αυτό ακριβώς το νήμα ανάμεσα στην ιστορία και την τέχνη επιχειρεί να φωτίσει το βιβλίο του Τζέρεμι Άικλερ (Jeremy Eichler) «Η ηχώ του χρόνου – Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης», που παρουσιάστηκε το βράδυ της περασμένης Παρασκευής στο Βιβλιοπωλείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας (MIET) στη Θεσσαλονίκη, σε εκδήλωση που διοργάνωσαν το ΜΙΕΤ και το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Πρόκειται για ένα έργο που δεν αντιμετωπίζει τη μουσική ως …διακόσμηση της ιστορίας, αλλά ως ζωντανό φορέα της. Ο βραβευμένος Αμερικανός μουσικός κριτικός και ιστορικός του πολιτισμού Τζέρεμι Άικλερ εξετάζει πώς τέσσερις κορυφαίοι συνθέτες, ο Ρίχαρντ Στράους, ο Άρνολντ Σένμπεργκ, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς και ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν, βίωσαν τη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος και πώς μετέτρεψαν αυτές τις εμπειρίες σε έργα που συνεχίζουν να μιλούν στο παρόν.

«Είναι η μουσική η ηχώ του χρόνου;», είπε η Ρίκα Μπενβενίστε, καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, θέτοντας το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου και σημείωσε: «Αυτό υποστηρίζει ο Τζέρεμι Άικλερ για τη μουσική του πολέμου και του Ολοκαυτώματος, που έγινε αντίλαλος για τον πάταγο της φονικής πρόσκλησης όλων εκείνων που χάθηκαν στην καταστροφή».

Σύμφωνα με την ίδια, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τη μουσική ως μνημείο «λαξεμένο σε ήχους», ένα έργο τέχνης που υποδέχεται το πένθος των ζωντανών και τιμά τους νεκρούς με έναν διαφορετικό τρόπο από τα γλυπτά μνημεία.

Υογράμμισε ακόμα ότι το βιβλίο συναρπάζει όχι μόνο για το θέμα του, αλλά και για τον τρόπο γραφής του. «Ο Άικλερ συνθέτει αριστοτεχνικά την αφήγησή του. Με τα εργαλεία του ιστορικού και τη μουσική αντίληψη του κριτικού, η γραφή του κινείται συστηματικά από τους συνθέτες, τις διαδρομές και τις συναντήσεις του στην κοινωνία, από τα μουσικά έργα σε άλλα κείμενα και σε άλλες ζωές, από τις μουσικές εκτελέσεις στη δεξίωσή τους από την κριτική και από το κοινό, από την αισθητική στα ηθικά και πολιτικά διακυβεύματα», τόνισε.

Η μουσική ως αρχείο ζωής και εμπειρίας

Έναν «άτυπο σύμμαχο» βρήκε διαβάζοντας το βιβλίο η μεσόφωνος και επιστημονική συνεργάτιδα του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης Μαριάντζελα Χατζησταματίου, γιατί, όπως είπε, «επιτέλους κάποιος ξανανοίγει το θέμα της μουσικής και το φέρνει στο προσκήνιο του δημοσίου διαλόγου».

Εστίασε ιδιαίτερα στην έννοια της μουσικής ως φορέα μνήμης, εξηγώντας ότι κανένα έργο τέχνης δεν δημιουργείται αποκομμένο από τον κόσμο του. «Ένα έργο μουσικής δεν δημιουργείται σε κενό αέρος. Είναι πάντοτε προϊόν της ζωής του συνθέτη σε συνάρτηση με το ευρύτερο περιβάλλον του», σημείωσε, εξηγώντας πως ιστορικά γεγονότα, κοινωνικές εξελίξεις, σχέσεις, συναισθήματα, ακόμη και οι πιο μικρές πτυχές της καθημερινότητας, αφήνουν ίχνη πάνω στη δημιουργία. «Οπότε, όταν ακούμε και αναλύουμε ένα έργο τέχνης, γινόμαστε κοινωνοί της ίδιας εμπειρίας, της μνήμης και της ζωής μέσα στην οποία γεννήθηκε», συμπλήρωσε.

Μάλιστα, η κ. Χατζησταματίου είπε πως οι ερμηνευτές της δυτικής κλασικής μουσικής -όπως η ίδια, πριν ακόμα μελετήσουν τις νότες ή το κείμενό τους, μελετούν την ιστορία. «Διότι πώς αλλιώς θα μπορέσεις να φέρεις ένα μουσικό έργο τέχνης ξανά στη ζωή, και να το ερμηνεύσεις με ειλικρίνεια, με αυθεντικότητα και με σεβασμό;», αναρωτήθηκε και χαρακτήρισε τα τραγούδια «μικροκάψουλες πληροφοριών», που μπορούν να μας αποκαλύψουν πολλά πράγματα για την ψυχοσύνθεση ενός λαού.

Από την πλευρά της, η Δρ Ξένια Ελευθερίου, επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, χαρακτήρισε το βιβλίο «πολυτροπικό έργο με επιρροές από διαφορετικές επιστήμες», όπου συνυπάρχουν η ιστορία, η μουσική, η φιλοσοφία και η λογοτεχνία.

«Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες σημαντικών Γερμανοεβραίων της διανόησης, ο Άικλερ επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί το βαθύ ψυχικό τραύμα που προκάλεσε η σταδιακή αποβολή των καλλιτεχνών από τον πολιτισμικό και κοινωνικό ιστό της Γερμανίας», ανέφερε, κάνοντας λόγο για μία τραυματική εμπειρία της απώλειας της ίδιας τους της ταυτότητας, αυτή του Γερμανού πολίτη.

«Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο νόμος για την αποκατάσταση της δημόσιας διοίκησης του ‘33, ο οποίος οδήγησε στην εκδίωξη των Εβραίων από θέσεις στο δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων και των μουσικών θεσμών της χώρας», εξήγησε, λέγοντας πως ο αποκλεισμός αυτός δεν είχε μόνο επαγγελματικές συνέπειες, αλλά ουσιαστικά σήμαινε την αποκοπή από έναν ολόκληρο κόσμο δημιουργίας, αναγνώρισης και κοινωνικής συμμετοχής. «Οι Γερμανοεβραίοι μουσικοί είχαν το δικαίωμα να παίξουν τα έργα τους και να τα ακούσουν μόνο οι Γερμανοεβραίοι», είπε, δείχνοντας το μέγεθος του αποκλεισμού και προσέθεσε πως η απομάκρυνσή τους από τις ορχήστρες, τα πανεπιστήμια και κάθε πολιτιστικό ίδρυμα, ισοδυναμούσε με μία μορφή πολιτισμικής εξορίας. 

«Ο Άικλερ καλεί τον αναγνώστη να δει τη Σοά όχι μόνο ως το κορυφαίο ιστορικό, τραυματικό γεγονός, αλλά ως μια βιωμένη εμπειρία που άφησε βαθιά ίχνη, όχι μόνο στην ιστορία, αλλά και στην ψυχή όσων την έζησαν», κατέληξε η κ. Ελευθερίου.

Η μνήμη της Θεσσαλονίκης και το χρέος της πόλης

Την εκδήλωση χαιρέτισε ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος και του Μουσείου Ολοκαυτώματος Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ. Όπως ανέφερε, η βιβλιοπαρουσίαση αποτέλεσε «μια ουσιαστική αφορμή στοχασμού πάνω στην ιστορία και τη δύναμη της μουσικής που καταφέρνει να διατηρεί ζωντανές τις πιο τραυματικές στιγμές της ανθρώπινης εμπειρίας».

Ο κ. Σαλτιέλ παρουσίασε το ευρύτερο έργο που υλοποιούν τα τελευταία χρόνια η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και το Εβραϊκό Μουσείο στον τομέα της μουσικής μνήμης. Αναφέρθηκε σε ερευνητικές πρωτοβουλίες, όπως το πρόγραμμα «Τα τραγούδια του Ολοκαυτώματος των Ελλήνων Εβραίων», που στοχεύει στη διάσωση και καταγραφή υλικού με προσωπικά βιώματα επιζώντων, αλλά και στο πρόγραμμα «Άγνωστοι μουσικοί θησαυροί των Ελλήνων Εβραίων», από το οποίο προέκυψε και η μόνιμη έκθεση για τη μουσική στο Εβραϊκό Μουσείο.

Επιπλέον, μίλησε για το ψηφιακό αποθετήριο «Ιώσηπος», όπου συγκεντρώνονται (και) σπάνιες ηχογραφήσεις και αφηγήσεις που συνδέουν τη μουσική με τη συλλογική μνήμη των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων της Ελλάδας. «Για εμάς η μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν αποτελεί μόνο ιστορική υποχρέωση. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταυτότητα της πόλης μας και με την ευθύνη να διαφυλάξουμε και να μεταδώσουμε την ιστορική αλήθεια στις επόμενες γενιές» υπογράμμισε.

«Αντιό Σαλονίκο»: μια νέα συμφωνία για τη χαμένη πόλη

Στο πλαίσιο της εκδήλωσης ανακοινώθηκε η συνεργασία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης με τον πιανίστα και συνθέτη Γιώργο Εμμανουήλ Λαζαρίδη, ο οποίος ανέλαβε τη δημιουργία μιας σύνθεσης μεγάλης κλίμακας αφιερωμένης στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, με τίτλο «Αντιό Σαλονίκο».

Ο κ. Σαλτιέλ εξέφρασε την προσδοκία «η ιστορία της πόλης μας να ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο με όχημα τη μουσική», τονίζοντας πως η συμβολή της τέχνης και της έρευνας είναι καθοριστική για τη διατήρηση της μνήμης.

Ο ίδιος ο συνθέτης αποκάλυψε ότι το έργο έχει πλέον ολοκληρωθεί. Πρόκειται για μια τετραμερή συμφωνική σύνθεση διάρκειας περίπου 55 λεπτών. «Κάθε μέρος ακολουθεί τη διαδρομή των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης: από την εποχή της αθωότητας, στο τρένο του θανάτου, στη φρίκη του Άουσβιτς, στις αποτυχημένες προσπάθειες αντίστασης, στον μαζικό θάνατο, στην απελευθέρωση και τελικά στην επιστροφή σε μια αγαπημένη αλλά αγνώριστη πια Θεσσαλονίκη», είπε. Το έργο κλείνει με βασικό θέμα το «Adio Kerida», υπογραμμίζοντας, σύμφωνα με τον ίδιο, τόσο την απόγνωση της προδοσίας όσο και την εσωτερική δύναμη για επιβίωση και ελπίδα.

«Το έργο είναι γραμμένο για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα και προηχογραφημένο λόγο», είπε ο κ. Λαζαρίδης και αποκάλυψε ότι με τη βοήθεια της τεχνολογίας ο λόγος εμφανίζεται υπό τη μορφή λεπτομερώς επεξεργασμένων θραυσμάτων ηχογραφήσεων από τους ίδιους τους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. «Οι ίδιοι μιλούν μέσα στο έργο. Δεν χρησιμοποιώ τα λόγια τους, ούτε μια περίληψη των μαρτυριών τους. Έχω επεξεργαστεί τις ίδιες τις μαρτυρίες των ανθρώπων, έτσι ώστε να αποτελούν πια μέρος του συμφωνικού ιστού και να συνδιαλέγονται με την ορχήστρα», εξήγησε, χαρακτηρίζοντάς τες ως «χορωδίες από …φαντάσματα που συνομιλούν και αναρωτιούνται για το μέλλον τους σαν να ήταν στο τότε». «Μας προειδοποιούν, θυμώνουν, γελούν και είναι οι ίδιοι άνθρωποι που τα πέρασαν όλα αυτά. Μπορεί να συνομιλούν με ένα όμποε ή με ένα τσέλο ή με τις τρομπέτες. Άρα, ο λόγος στο έργο έχει σχεδόν σολιστικό χαρακτήρα και οι σολίστες είναι τα ίδια τα θύματα του Ολοκαυτώματος», είπε χαρακτηριστικά.

«Η ηχώ του χρόνου – Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, το Ολοκαύτωμα και η μουσική της μνήμης», έκδοσης του ΜΙΕΤ, κυκλοφορεί σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά.

Don't Miss