Δευτέρα, 20 Απριλίου, 2026

Ο Καναδάς στην «καταιγίδα» του πετρελαίου και της αβεβαιότητας

Η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου προσθέτουν ένα νέο, ισχυρό κύμα αβεβαιότητας στην παγκόσμια οικονομία, με άμεσες επιπτώσεις και στον Καναδά.

Σύμφωνα με την τελευταία εαρινή έκθεση της Deloitte Canada, η οικονομική ανάπτυξη της χώρας για το 2026 αναθεωρείται προς τα κάτω, αντανακλώντας τις πιέσεις από το διεθνές περιβάλλον, την ενεργειακή κρίση και τις συνεχιζόμενες εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η νέα πρόβλεψη τοποθετεί την αύξηση του ΑΕΠ στο 1,2% για το 2026, χαμηλότερα από το 1,5% που εκτιμάτο τον Ιανουάριο και κάτω από το 1,7% που καταγράφηκε το 2025.

Η εικόνα της ανάπτυξης επιδεινώνεται
Η επικεφαλής οικονομολόγος της Deloitte, Dawn Desjardins, επισημαίνει ότι η επιβράδυνση αυτή οφείλεται σε έναν συνδυασμό εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων, με κυρίαρχο τον αντίκτυπο της σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν.

Η γεωπολιτική ένταση έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Η τιμή του αμερικανικού αργού πετρελαίου ξεπέρασε τα 110 δολάρια το βαρέλι, μετά τις δηλώσεις του Donald Trump ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν θα συνεχιστούν χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα λήξης.

Ενεργειακή κρίση και παγκόσμιες επιπτώσεις
Παράλληλα, η απειλή διακοπής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ – ένα από τα σημαντικότερα περάσματα μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως, εντείνει τις ανησυχίες για την ομαλή τροφοδοσία της διεθνούς αγοράς.

Πόσο έφτασε η βενζίνη στον Καναδά

Οι επιπτώσεις γίνονται ήδη αισθητές στον Καναδά, όπου η μέση τιμή της βενζίνης ξεπέρασε τα 1,80 δολάρια το λίτρο, αγγίζοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών.

Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται σε όλη την οικονομία, επιβαρύνοντας τις μεταφορές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τελικά τις τιμές για τους καταναλωτές.

Πίεση από τις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ
Στο εσωτερικό μέτωπο, η καναδική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις.

Οι εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν εύθραυστες, με δασμούς σε κρίσιμους κλάδους όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και η αυτοκινητοβιομηχανία να περιορίζουν τη δυναμική των εξαγωγών και να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις.

Η επικείμενη επανεξέταση της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Καναδά, ΗΠΑ και Μεξικού δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα, ιδιαίτερα εάν προκύψουν αλλαγές που θα διατηρήσουν ή θα ενισχύσουν τους υφιστάμενους δασμούς.

Αδύναμη επιχειρηματική επένδυση
Η επιχειρηματική επένδυση αποτελεί έναν ακόμη αδύναμο κρίκο. Παρά την αυξημένη κρατική δαπάνη, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές, καθυστερώντας επενδυτικές αποφάσεις εν αναμονή μεγαλύτερης σταθερότητας.

Η κατάσταση αυτή ενδέχεται να επιδεινωθεί εάν οι υψηλές τιμές ενέργειας διατηρηθούν, αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος και περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους.

Αγορά εργασίας δύο ταχυτήτων
Στην αγορά εργασίας, η εικόνα παραμένει μεικτή. Το ποσοστό ανεργίας ανήλθε στο 6,7% στις αρχές του έτους, με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για σταδιακή αποκλιμάκωση στο 6,3% έως το τέλος του 2026.

Ωστόσο, οι επιδόσεις διαφέρουν σημαντικά ανά κλάδο: η μεταποίηση παρουσιάζει αδυναμία, επηρεαζόμενη από τους δασμούς και τη μειωμένη ζήτηση, ενώ ο τομέας της υγείας συνεχίζει να καταγράφει ισχυρή αύξηση της απασχόλησης.

Συγκρατημένη κατανάλωση
Αντίστοιχα συγκρατημένη είναι και η εικόνα της κατανάλωσης. Τα νοικοκυριά εμφανίζονται επιφυλακτικά, περιορίζοντας τις δαπάνες τους υπό το βάρος των υψηλών τιμών ενέργειας και της αβεβαιότητας για την αγορά εργασίας.

Αυτό μεταφράζεται σε πιο αργούς ρυθμούς ανάπτυξης της ιδιωτικής κατανάλωσης, που αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας.

Αγορά ακινήτων σε επιβράδυνση
Η αγορά ακινήτων επίσης δεν ανακάμπτει με τον ρυθμό που αναμενόταν. Παρά τη μείωση των επιτοκίων, η οικοδομική δραστηριότητα επιβραδύνεται, με τις νέες κατοικίες να εκτιμάται ότι θα μειωθούν στις περίπου 243.000 το 2026, από 259.000 το 2025.

Οι αυξημένες κατασκευαστικές δαπάνες, τα υψηλά αποθέματα αδιάθετων κατοικιών και η πτώση των προπωλήσεων, ιδιαίτερα σε μεγάλες αγορές όπως το Τορόντο και το Βανκούβερ, επηρεάζουν αρνητικά την εμπιστοσύνη των κατασκευαστών.

Προοπτικές για το δεύτερο εξάμηνο
Παρά το δύσκολο περιβάλλον, η Deloitte εκτιμά ότι υπάρχουν προοπτικές σταθεροποίησης στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, υπό την προϋπόθεση ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις θα αποκλιμακωθούν και ότι θα υπάρξει πρόοδος στις εμπορικές διαπραγματεύσεις στη Βόρεια Αμερική.

Η διατήρηση του βασικού επιτοκίου από την Bank of Canada στο 2,25% και οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές ενδέχεται να προσφέρουν επιπλέον στήριξη.

Το βλέμμα στο 2027
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, το 2027 προβάλλει ως έτος πιθανής ανάκαμψης, καθώς αναμένεται ενίσχυση των επενδύσεων και βελτίωση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η πορεία αυτή παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον και ειδικά με τη σταθερότητα στις αγορές ενέργειας.

Πηγές:
https://www.deloitte.ca
https://www.globalnews.ca
https://www.reuters.com
https://www.bloomberg.com

Don't Miss