Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου, 2026

Μελέτη LSE: “Η Ελλάδα έγινε «οικονομία της καφετέριας”

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, παρά την ανάκαμψη του τουρισμού και την αύξηση της απασχόλησης.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μελέτης του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics (LSE), η οποία περιγράφει τη μεταμόρφωση της οικονομίας μετά τα μνημόνια με τον όρο «οικονομία της καφετέριας» (Café Economy).

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η Ελλάδα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από δραστηριότητες φιλοξενίας και εστίασης, όπως τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα μπαρ και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Πρόκειται για κλάδους που δημιουργούν θέσεις εργασίας, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων.

Πτώση 16% στην παραγωγικότητα της εργασίας

Η μελέτη, την οποία υπογράφουν οι Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσης Μίσσος, Χρήστος Πέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης, καταγράφει μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 16% την περίοδο 2009-2024.

Την ίδια στιγμή, οι πραγματικοί μισθοί υποχώρησαν κατά 26% έως 35%, ενώ στον τουριστικό τομέα η μείωση έφτασε, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, έως και το 60%.

Οι συγγραφείς αποδίδουν την εξέλιξη αυτή, μεταξύ άλλων, στη συρρίκνωση της συνολικής ζήτησης, στη μείωση των πραγματικών αποδοχών και στη μετατόπιση της απασχόλησης προς κλάδους χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Ειδικότερα, εκτιμούν ότι η μεταφορά εργαζομένων προς τη φιλοξενία και την εστίαση ευθύνεται για περίπου το ένα τρίτο της συνολικής πτώσης της παραγωγικότητας.

Παράλληλα, η απώλεια θέσεων εργασίας στη μεταποίηση και η περιορισμένη δημιουργία θέσεων σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας επιβάρυναν περαιτέρω την εικόνα.

Η απασχόληση στον τουρισμό αυξήθηκε κατά 87%

Η ενίσχυση του τουρισμού αποτυπώνεται και στα στοιχεία της απασχόλησης. Μεταξύ 2009 και 2023, οι θέσεις εργασίας στους κλάδους της φιλοξενίας και της εστίασης αυξήθηκαν κατά 87%, ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία τους ενισχύθηκε μόλις κατά 11%.

Η απόκλιση αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τη μελέτη, ένδειξη ότι η αύξηση της απασχόλησης δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη ενίσχυση της παραγωγικής αποδοτικότητας.

Παράλληλα, σημαντικό μέρος των νέων θέσεων χαρακτηρίζεται από χαμηλές αποδοχές, εποχικότητα και επισφαλείς συνθήκες εργασίας.

Έτσι, ενώ ο τουρισμός στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση, δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκη υψηλότερα εισοδήματα και καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές.

Υπερεκπαίδευση και χαμηλές αποδοχές

Ένα ακόμη εύρημα αφορά την αναντιστοιχία μεταξύ των προσόντων των εργαζομένων και των απαιτήσεων των θέσεων εργασίας στον τουρισμό.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που παρατίθενται στη μελέτη, πάνω από το 86% των νέων αποφοίτων που εργάζονται στους κλάδους του τουρισμού και της φιλοξενίας στην Ελλάδα απασχολούνται σε θέσεις χαμηλότερων απαιτήσεων από εκείνες που αντιστοιχούν στο επίπεδο εκπαίδευσής τους.

Το φαινόμενο της υπερεκπαίδευσης αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας: η οικονομία δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις υψηλής ειδίκευσης, ώστε να αξιοποιεί αποτελεσματικά το ανθρώπινο κεφάλαιο και τις γνώσεις των νέων εργαζομένων.

Οι επιπτώσεις των μνημονίων και της λιτότητας

Οι ερευνητές συνδέουν τη σημερινή εικόνα και με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια των τριών προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, από το 2010 έως το 2018.

Όπως επισημαίνουν, οι παρεμβάσεις που στόχευαν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας δεν οδήγησαν στην αναμενόμενη βελτίωση της παραγωγικότητας.

Αντίθετα, η βαθιά ύφεση, η συρρίκνωση της ζήτησης και η συμπίεση των μισθών συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε δραστηριότητες χαμηλότερης παραγωγικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη αναφέρεται και στην παραδοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι είχε υποτιμήσει τις αρνητικές επιπτώσεις της απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής.

Το θετικό αποτύπωμα του τουρισμού

Παρά τις αδυναμίες που καταγράφονται, η μελέτη αναγνωρίζει ότι ο τουρισμός έχει συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου της χώρας.

Την περίοδο 2009-2023, το πλεόνασμα από τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες βελτιώθηκε κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ήμισυ της συνολικής μείωσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Ωστόσο, η αυξανόμενη εξάρτηση από τον τουρισμό δημιουργεί παράλληλα κινδύνους. Η εποχικότητα, η εξάρτηση από την εξωτερική ζήτηση και οι διακυμάνσεις της τουριστικής κίνησης μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις τοπικές οικονομίες.

Επιπλέον, η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η αυξημένη ζήτηση ακινήτων σε δημοφιλείς προορισμούς επιβαρύνουν την αγορά κατοικίας, ενώ οι αυξημένες τουριστικές ροές δημιουργούν πιέσεις στις υποδομές, στο περιβάλλον και στον πολιτιστικό χαρακτήρα πολλών περιοχών.

Το στοίχημα για το νέο παραγωγικό μοντέλο

Η μελέτη του LSE καταλήγει ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας απαιτεί αλλαγή αναπτυξιακής κατεύθυνσης. Η ενίσχυση της συνολικής ζήτησης πρέπει να συνοδευτεί από επενδύσεις σε κλάδους υψηλότερης παραγωγικότητας, τεχνολογική αναβάθμιση και καινοτομία.

Παράλληλα, η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, με καλύτερες αμοιβές και μεγαλύτερη αξιοποίηση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, θεωρείται καθοριστική για την ενίσχυση των εισοδημάτων και της ανταγωνιστικότητας.

Το βασικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η υποχώρηση του τουρισμού, αλλά η διαμόρφωση μιας πιο διαφοροποιημένης οικονομίας, στην οποία ο τουρισμός θα συνυπάρχει με ισχυρότερη μεταποίηση, τεχνολογία και παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Διαφορετικά, προειδοποιούν οι ερευνητές, η «οικονομία της καφετέριας» κινδυνεύει να παγιωθεί, διατηρώντας την απασχόληση χωρίς την απαιτούμενη αύξηση της παραγωγικότητας, των μισθών και του βιοτικού επιπέδου.

Διαβάστε επίσης:


Don't Miss