Ο αγαπημένος ηθοποιός, το σπίτι του οποίου έγινε στάχτη στη μεγάλη φωτιά στη Βοιωτία, μιλάει αποκλειστικά στο Greek Vision και αφηγείται λεπτό προς λεπτό τις δύσκολες ώρες της πύρινης λαίλαπας που κατέκαψε το Πόρτο Γερμενό, μιλά για όλα όσα χάθηκαν, αλλά και για την αγάπη των Ελλήνων της διασποράς, δεχόμενος μηνύματα συμπαράστασης από κάθε γωνία της γης που υπάρχουν Έλληνες.
Του Χάρη Παππουτσή
Καθισμένος στο πλατύσκαλο που είχε χτίσει με τα χέρια του μαζί με τον αδελφό του, ο Τάσος Χαλκιάς κοιτάζει ό,τι απέμεινε από το οικογενειακό σπίτι στο Πόρτο Γερμενό. Γύρω του υπάρχουν μαυρισμένοι τοίχοι, στάχτη και αντικείμενα που δύσκολα αναγνωρίζονται. Εκεί όπου για 55 χρόνια μεγάλωσαν παιδιά και εγγόνια, τώρα ο γνωστός ηθοποιός αναζητεί μέσα στα χαλάσματα μικρά ίχνη μιας ολόκληρης ζωής.
Στην αποκλειστική συνέντευξή του στο Greek Vision, περιγράφει λεπτό προς λεπτό τη νύχτα της αγωνίας, το τηλεφώνημα που επιβεβαίωσε την ολοκληρωτική καταστροφή και τη στιγμή που έστειλε τις πρώτες φωτογραφίες στον γιο του. Μιλά όμως και για κάτι που τον συγκίνησε βαθιά: τα αμέτρητα μηνύματα αγάπης και συμπαράστασης που έφτασαν από την ελληνική ομογένεια, από τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες έως την Αυστραλία, τη Γερμανία και τη Σκανδιναβία.
«Τα μηνύματα δεν ήταν μόνο μηνύματα συμπαράστασης. Ήταν μηνύματα αγάπης: “Τι μπορώ να κάνω; Τι μπορώ να σου στείλω; Πώς μπορώ να βοηθήσω;”. Αυτό ξεπερνά τα όρια της απλής ανθρώπινης συμπεριφοράς.»
«Όσο μυρίζει καμένο, μας θυμίζει τι δεν πρέπει να ξαναζήσουμε»
Η μυρωδιά της φωτιάς εξακολουθεί να είναι έντονη. Για τον Τάσο Χαλκιά, όμως, αυτή η οδυνηρή υπενθύμιση δεν πρέπει να σβήσει εύκολα.
«Δεν ξέρω πόσο άσχημο είναι να πω ότι είναι καλό να μυρίζει ακόμη το καμένο. Όσο μυρίζει, μας το θυμίζει. Και όσο μας το θυμίζει, ίσως υπάρξουν συνειδήσεις που θα κινητοποιηθούν. Πρέπει να βάλουμε καλά στη μνήμη μας ότι δεν πρέπει να ξαναζήσουμε παρόμοιες στιγμές. Αν και, προσωπικά, το βλέπω πάρα πολύ δύσκολο.»
Επέστρεψε στο καμένο σπίτι με την ελπίδα ότι κάτι, έστω ελάχιστο, θα είχε αντέξει. Όχι επειδή μπορεί να αντικαταστήσει το κτίσμα, αλλά επειδή όσα χάθηκαν μέσα σε αυτό δεν αποτιμώνται σε χρήματα.
«Ήρθα γιατί έχω πάντα την ελπίδα. Εδώ μέσα, πάνω απ’ όλα, κάηκαν οι αναμνήσεις μιας ζωής. Πενήντα πέντε χρόνια ήταν αυτό το σπίτι. Μεγάλωσε παιδιά και εγγόνια.»

Ένα σπίτι που «μεγάλωσε ζωές»
Το σπίτι δεν ήταν απλώς ένας τόπος διακοπών. Ήταν το σταθερό σημείο αναφοράς μιας οικογένειας και μιας γειτονιάς που χτίστηκε με κόπο, προσωπική εργασία και δεκαετίες κοινών στιγμών.
«Εδώ μεγαλώσαμε εγώ και τα αδέλφια μου. Εδώ μεγάλωσαν και τα παιδιά μου. Οι αναμνήσεις είναι πάρα πολλές. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι εδώ γεννήθηκαν ζωές, μεγάλωσαν ζωές και θα συνεχίσουν να ζουν, χωρίς βέβαια αυτό το σπίτι, που το είχαμε φτιάξει με πολύ πόνο. Όπως όλοι οι άνθρωποι που καταφέρνουν μέσα από την εργασία τους να αποκτήσουν κάτι, έτσι κι εμείς το αποκτήσαμε με πάρα πολύ κόπο.»
Στο εσωτερικό χάθηκε, όπως λέει, «πνευματική εργασία» πολλών ετών: δική του και της οικογένειάς του, μαζί με χειροποίητες κατασκευές των παιδιών του και προσωπικά αντικείμενα που κουβαλούσαν τη δική τους ιστορία.
«Κάθε φορά έρχομαι και κλωτσάω λίγο τα χαλάσματα, μήπως βρω κάτι που μπορεί να κρατηθεί. Όμως δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό. Βρήκα μόνο δύο μικρά κομμάτια από ένα βαζάκι που είχα πάρει από το Δίον, ένα αντίγραφο αγγείου μινωικής εποχής. Το είχαμε ζωγραφίσει και παλαιώσει για να μοιάζει παλιό και το είχα στο ράφι του τζακιού. Αυτά τα δύο κομματάκια έμειναν. Είναι κι αυτά ένα δείγμα ανάμνησης.»
Η νύχτα της αγωνίας: «Βλέπαμε τα σπίτια μας να καίγονται»
Ο φόβος της πυρκαγιάς δεν ήταν πρωτόγνωρος για τους κατοίκους της περιοχής. Εδώ και χρόνια, κάθε καλοκαίρι συνοδεύεται από την ίδια αγωνία. Αυτή τη φορά, όμως, οι ισχυροί και απρόβλεπτοι άνεμοι έφεραν τη φωτιά μέσα στον οικισμό.
«Τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια ζούμε με την αγωνία ότι κάποια στιγμή θα ξεσπάσει μια φωτιά και ο τόπος δεν θα μπορέσει να φυλαχτεί, όπως τις προηγούμενες φορές. Από την περιοχή του Αγίου Βασιλείου Βοιωτίας είναι η τέταρτη συνεχής φορά που ξεκινά φωτιά, από το ίδιο σημείο και προς την ίδια κατεύθυνση. Το δάσος δεν προλαβαίνει ούτε μισού μέτρου πευκάκια να βγάλει μέσα στα χρόνια που μεσολαβούν.»
Γύρω στις 2:00 τα ξημερώματα, έφτασε η πληροφορία ότι οι φλόγες είχαν μπει στα πρώτα σπίτια και κατέβαιναν από το βουνό. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια ατελείωτη αναμονή, με τους κατοίκους να προσπαθούν μέσα από νυχτερινά πλάνα να αναγνωρίσουν σπίτια και δρόμους.
«Παρακολουθούσαμε τα σπίτια μας να καίγονται. Ο καθένας κάτι προσπαθούσε να αναγνωρίσει μέσα από τα νυχτερινά πλάνα της φωτιάς, αλλά κανείς μας δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί στο δικό του σπίτι. Η φωτιά είχε μια παράξενη πορεία. Σπίτια ακριβώς δίπλα μας δεν τα άγγιξε, ενώ άλλα, αρκετά πιο μακριά, έγιναν παρανάλωμα. Σαν να έκανε άλματα.»

Το τηλεφώνημα στις 5:30 το πρωί
Η οικογένεια δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνη τη νύχτα. Στις 5:30 το πρωί, ο Τάσος Χαλκιάς τηλεφώνησε σε φίλο του, αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος Βιλίων, αναζητώντας μια αξιόπιστη εικόνα από την περιοχή.
«Μου είπε: “Κύριε Τάσο, δεν καταφέραμε να μπούμε μέσα στη φωτιά ούτε εμείς ούτε η Πυροσβεστική. Το Πόρτο Γερμενό ακόμα καίγεται. Δεν μπορώ να σου πω τι έχει γίνει στη γειτονιά σου”.»
Λίγο αργότερα, ένας γείτονάς του, ο Γιώργος, κατάφερε να περάσει με τη μηχανή από τα μπλόκα και να φτάσει στον οικισμό. Ο τόπος δεν φλεγόταν πια στο ίδιο σημείο, αλλά έβγαζε ακόμη καπνό. Ο δρόμος ήταν γεμάτος πέτρες, καμένα κουκουνάρια και ξύλα.
«Ο Γιώργος είχε αγωνία να δει πρώτα το δικό του σπίτι και ολόκληρη τη γειτονιά. Όταν έφτασε, με πήρε τηλέφωνο, όπως είχαμε υποσχεθεί ο ένας στον άλλον από το προηγούμενο βράδυ. Τον ρώτησα: “Είσαι μέσα στο Πόρτο Γερμενό; Βλέπεις το σπίτι;”. Μου είπε ότι υπήρχε ακόμη καπνός και δεν έβλεπε καλά.»
Ο ηθοποιός κατάλαβε από τον τόνο του ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τον πίεσε να πλησιάσει και να του πει την αλήθεια, όσο οδυνηρή κι αν ήταν.
«Του είπα: “Γιώργο, θέλω να μου πεις ό,τι συμβαίνει. Εσύ πρέπει να γίνεις τα μάτια και τα αυτιά μου εκεί”. Με το ζόρι μιλούσε. Και κάποια στιγμή μου είπε: “Τάσο μου, κάηκε ολόκληρο”. “Τι θα πει ολόκληρο; Ούτε τοίχοι δεν έμειναν;” τον ρώτησα.»
Τότε του ζήτησε να τραβήξει φωτογραφίες από όσες πλευρές μπορούσε να πλησιάσει με ασφάλεια. Αυτές οι εικόνες ήταν η πρώτη αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση της καταστροφής.
«Μου έστειλε δύο, τρεις, τέσσερις φωτογραφίες. Η βασική εικόνα ήταν ένα παρανάλωμα και ό,τι είχε απομείνει από τον σκελετό του σπιτιού. Τη φωτογραφία την έστειλα αμέσως στον γιο μου, τον Άρη, που περίμενε με μεγάλη αγωνία να μάθει. Τράβηξε κι εκείνος τη γνωστή φρίκη και πήρε την πρωτοβουλία να αναδείξει γενικότερα την ιστορία του Πόρτο Γερμενού και των σπιτιών που κάηκαν.»
Το πλατύσκαλο και η μισοκαμένη πόρτα
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Τάσος Χαλκιάς κάθεται σε ένα από τα ελάχιστα σημεία που διατηρούν ακόμη αναγνωρίσιμη μορφή: το πλατύσκαλο του σπιτιού. Ακόμη κι αυτό είναι δεμένο με μια πολύ συγκεκριμένη οικογενειακή μνήμη.
«Αυτό το πλατύσκαλο έγινε στο χέρι. Τα χαρμάνια που χρειάστηκαν τα γυρίσαμε εγώ και ο αδελφός μου με την καθοδήγηση του πατέρα μας. Έτσι σχεδιάσαμε και τη σκάλα. Τη φτιάξαμε με τα χέρια μας. Όπως και η πόρτα του σπιτιού, που είναι τώρα μισοκαμένη. Ήταν μια κατασκευή του πατέρα μας και το στολίδι αυτού του σπιτιού.»
«Το κακό μάς έφερε ακόμη πιο κοντά»
Παρότι μιλά μέσα από το δικό του καμένο σπίτι, επιμένει ότι δεν θέλει η συζήτηση να περιοριστεί στη δική του απώλεια. Δίπλα του υπάρχουν οικογένειες που έχασαν τα πάντα, άλλες που υπέστησαν μικρότερες ζημιές και μια ολόκληρη κοινότητα που προσπαθεί να σταθεί ξανά όρθια.
«Όποτε μιλάω γι’ αυτό που συνέβη στο δικό μας σπίτι, θέλω να μιλάω και για τα παραδίπλα. Δεν μιλάω μόνο εξ ονόματος του εαυτού μου. Το ότι κάθομαι στο σκαλοπάτι του σπιτιού μου δεν σημαίνει ότι φροντίζω μόνο τον εαυτό μου. Είμαστε όλοι μαζί και όλοι μαζί προσπαθούμε να ξανακάνουμε τη γειτονιά μας όρθια.»
Οι κάτοικοι έχουν ήδη καταθέσει τις αιτήσεις τους και οι αρμόδιες επιτροπές έχουν καταγράψει τις ζημιές. Τώρα, όπως λέει, περιμένουν να δουν τις επόμενες κινήσεις της Πολιτείας, με την ευχή η διαδικασία να μη χαθεί σε μήνες ή χρόνια.
«Το σημαντικότερο είναι ότι ένα κακό μάς έφερε ακόμη πιο κοντά, σε μια κατάσταση αγάπης και αλληλεγγύης. Αυτό είναι το κέρδος που μπορεί να βγει ακόμη και από το χειρότερο πράγμα.»
«Όλοι εδώ είμαστε άνθρωποι που με πόνο και με κάματο φτιάξαμε ό,τι είχαμε. Ευτυχώς, παρά το κακό που μας βρήκε, είμαστε πολύ δεμένοι και αγαπημένοι. Κάθε μέρα ο ένας επικοινωνεί με τον άλλον: “Τι έγινε; Τι κάνουμε; Τι νεότερα έχουμε; Πώς προχωράμε;”. Ό,τι χρειάζεται ο καθένας, πρέπει να το λέει. Μέσα από την αγάπη και την ενσυναίσθηση, βοηθώντας ο ένας τον άλλον, θα προσπαθήσουμε να αναστήσουμε ό,τι είναι δυνατόν.»
Η συγκίνηση για την ομογένεια: «Δεν έχω κουράγιο να ξανασυγκινηθώ»
Ιδιαίτερη θέση στη συνέντευξη έχει η αναφορά του στην ελληνική ομογένεια. Η ανάρτησή του για την καταστροφή προκάλεσε ένα κύμα μηνυμάτων από Έλληνες σε ολόκληρο τον κόσμο, πολλοί από τους οποίους δεν περιορίστηκαν σε μια τυπική έκφραση συμπαράστασης, αλλά ρώτησαν ευθέως πώς μπορούν να βοηθήσουν.
«Από τον Καναδά, την Αυστραλία, την Αμερική, τη Γερμανία, τη Δανία, τη Σκανδιναβία και την Αίγυπτο μού έστειλαν μηνύματα. Δεν ήταν μόνο συμπαράσταση. Ήταν αγάπη. “Τι μπορώ να κάνω; Τι να σου στείλω; Τι χρειάζεσαι;”. Αυτά είναι ιδιαίτερα συγκινητικά.»
Ο ίδιος θυμάται ότι ο δεσμός του με τους Έλληνες του εξωτερικού ξεκινά από τα χρόνια της κρατικής τηλεόρασης και τη «Μαντάμ Σουσού», μια σειρά που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από την ομογένεια. Αναφέρεται με συγκίνηση στην αείμνηστη φίλη του Άννα Παναγιωτοπούλου, αλλά και σε όλους τους συναδέλφους εκείνης της παραγωγής.
«Χάρηκα πολύ όταν έμαθα ότι το Greek Vision έχει αυτή τη στενή σχέση με την ομογένεια, ειδικά με τους ανθρώπους στον Καναδά και στην Αμερική. Θέλω μέσα από την ψυχή μου να σας ευχαριστήσω για την αγάπη που έχω εισπράξει όλα αυτά τα χρόνια, από την εποχή ακόμη της “Μαντάμ Σουσού”. Ήταν μια σειρά που παίχτηκε στην ομογένεια και αγαπήθηκε πολύ.»
Τα μηνύματα έφτασαν, όπως περιγράφει, από πόλεις και πολιτείες των ΗΠΑ, από την Ατλάντα, τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο έως το Τέξας, τη Βόρεια Ντακότα, την Καλιφόρνια και τη Φλόριντα. Για εκείνον, αυτή η απόσταση δεν μειώνει το συναίσθημα. Αντίθετα, το κάνει ακόμη πιο δυνατό.
«Δεν βλέπω και δεν γνωρίζω προσωπικά όλους αυτούς τους ανθρώπους, αλλά αισθάνομαι την αγάπη τους, από όσο μακριά κι αν έρχεται. Δεν έχω κουράγιο να ξανασυγκινηθώ, γιατί έχω συγκινηθεί πολλές φορές μέσα από όλο αυτό.»
Και στέλνει, μέσω του Greek Vision, το δικό του μήνυμα στους Έλληνες της διασποράς:
«Η Ελλάδα έχει ανάγκη να βγει έξω από τα σύνορά της, να πάει παραπέρα, να μιλήσει με τους ανθρώπους της στη Διασπορά. Να σας προσέχει ο Θεός, να είστε πάντα καλά και να έχουμε αυτή την επαφή όχι μόνο στις κακές στιγμές, αλλά και στις πολύ καλές. Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου.»
Μπροστά στα αποκαΐδια, κρατά τη μνήμη, την αλληλεγγύη της γειτονιάς και την αγάπη της ομογένειας – ανθρώπων που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά στάθηκαν δίπλα του όταν όλα γύρω του είχαν γίνει στάχτη.
Διαβάστε επίσης:

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ