Σε μια ατμόσφαιρα προσευχής και κατάνυξης, τελέστηκε το βράδυ της Κυριακής 2 Αυγούστου ο Πρώτος Παρακλητικός Κανόνας προς την Υπεραγία Θεοτόκο στον κατάμεστο Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Σίδνει, υπό την προεδρία του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Μακάριου.
Συμπροσευχόμενοι με τον Ποιμένα της Πέμπτης Ηπείρου ήταν οι Χωροεπίσκοποι, ο Επίσκοπος Περθ Ελπίδιος και ο Επίσκοπος Μελβούρνης Κυριάκος. Οι Βοηθοί Επίσκοποι, ο Επίσκοπος Μιλητούπολης Ιάκωβος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου στο Γέλοου Ροκ. Ο Επίσκοπος Μαγνησίας Χριστόδουλος, Αρχιγραμματέας της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, και ο Επίσκοπος Κερασούντας Χριστοφόρος, Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας.
Παρόντες ήταν επίσης πολυάριθμοι κληρικοί από την πόλη του Σίδνεϊ, πρόεδροι και εκπρόσωποι οργανισμών και ιδρυμάτων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, καθηγητές θρησκευτικών, οι πρόεδροι και τα μέλη της GO Youth New South Wales και της Ορθόδοξης Αδελφότητας Φοιτητών Νέας Νότιας Ουαλίας «Σοφία» και πολλοί μαθητές από τα Ελληνορθόδοξα Ημερήσια και Κατηχητικά Σχολεία.
Καθώς η λειτουργία σηματοδότησε την έναρξη της περιόδου πνευματικής προετοιμασίας των πιστών ενόψει του εορτασμού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στην ομιλία του στην εξέχουσα θέση που κατέχει η Παναγία στη ζωή της Εκκλησίας και στην καρδιά της πίστης μας.

Μεταξύ άλλων, τόνισε: «Τιμούμε την Υπεραγία Θεοτόκο επειδή, μέσω αυτής, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο για τη σωτηρία μας».
Εστιάζοντας στην ελεύθερη αποδοχή του θείου θελήματος από την Θεοτόκο, ο Σεβασμιώτατος παρατήρησε ότι αυτή αποτελεί το υπέρτατο παράδειγμα ταπεινότητας και υπακοής.
Αρχιεπίσκοπος Μακάριος: Ο Ελληνισμός της Αυστραλίας πενθεί για την απώλεια των τριών πυροσβεστών
«Η Εκκλησία δεν παύει ποτέ να τιμά τη Μητέρα του Θεού», τόνισε, «όχι επειδή επιδίωξε μεγαλείο, τιμή ή δόξα, αλλά ακριβώς επειδή επιδίωξε μόνο να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού· επειδή είναι ένα παράδειγμα του τι σημαίνει να ανταποκρινόμαστε πλήρως στην αγάπη του Κυρίου και να ενωνόμαστε πλήρως με το θείο θέλημά Του· του τι σημαίνει να επιτρέπουμε στον Χριστό να κατοικεί μέσα μας, ώστε η ζωή μας να γίνει μια ζωντανή έκφραση της παρουσίας και της χάρης Του».
Στη συνέχεια, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος τόνισε ότι το «ναι» της Θεοτόκου στον Αρχάγγελο κατά τον Ευαγγελισμό δεν είναι απλώς ένα γεγονός που ανήκει στο μακρινό παρελθόν, αλλά ένα πρότυπο και κάλεσμα για κάθε χριστιανική ζωή.
«Όπως ακριβώς εμπιστεύτηκε πλήρως τον εαυτό της στο θέλημα του Θεού», σημείωσε, «έτσι κι εμείς καλούμαστε καθημερινά να παραδίδουμε τη ζωή μας στα χέρια του στοργικού Κυρίου, με εμπιστοσύνη, ελευθερία και χαρά. Μόνο παραδίδοντας τον εαυτό μας στον Χριστό ανακαλύπτουμε την ελευθερία για την οποία δημιουργηθήκαμε, την ειρήνη για την οποία διψούν οι καρδιές μας και την πληρότητα της ζωής που λαχταρά κάθε ανθρώπινη ψυχή».

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο Σεβασμιώτατος παρατήρησε ότι ο σημερινός κόσμος «προσπαθεί συνεχώς να μας πείσει ότι η εκπλήρωση βρίσκεται στην αυτάρκεια, την εγκόσμια επιτυχία και την επιδίωξη φευγαλέων επιθυμιών».
Τόνισε, ωστόσο, ότι το Ευαγγέλιο διακηρύσσει μια εντελώς διαφορετική αλήθεια: «Η ζωή χωρίς τον Χριστό είναι θάνατος, ενώ με τον Χριστό, ακόμη και ο θάνατος γίνεται πύλη προς την αιώνια ζωή».
«Αυτό ακριβώς θα διακηρύξει η Εκκλησία κατά την Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: ότι, μέσω της κοίμησής της, η Θεοτόκος μετατράπηκε σε ζωή», επεσήμανε, προσθέτοντας: «Μακριά από Αυτόν, η ανθρώπινη καρδιά σταδιακά μαραίνεται, ανεξάρτητα από τα όποια κοσμικά επιτεύγματα μπορεί να έχει επιτύχει κάποιος. Όταν, όμως, ενώνεται μαζί Του, όταν Εκείνος έρχεται και κατοικεί μέσα μας, τότε ο πόνος μετατρέπεται σε ελπίδα, κάθε δοκιμασία γίνεται ευκαιρία για χάρη, και ο ίδιος ο θάνατος χάνει το κεντρί του, ανοίγοντας μπροστά μας τους ατελείωτους ορίζοντες της αιωνιότητας και την ανεξάντλητη χαρά της Βασιλείας του Θεού, όπου όλα είναι γεμάτα με το άρωμα του Παραδείσου».


ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ