Η κοινή γλώσσα, η ιστορία και οι πολιτισμικοί δεσμοί δεν αρκούν πάντα για να ενώσουν λαούς όταν διακυβεύεται ένας παγκόσμιος τίτλος.
Όσοι περίμεναν ότι η Λατινική Αμερική θα στεκόταν μαζικά στο πλευρό της Αργεντινής στον τελικό απέναντι στην Ισπανία, διαπίστωσαν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Οι διεθνείς σχέσεις, ακόμη και στον αθλητισμό, δεν βασίζονται σε μόνιμες συμμαχίες αλλά σε συμφέροντα, ιστορικές αντιπαλότητες και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Βραζιλία. Η ποδοσφαιρική κόντρα με την Αργεντινή αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη στον κόσμο και για τους περισσότερους Βραζιλιάνους η επιτυχία της «Αλμπισελέστε» δεν είναι ποτέ ευχάριστη εξέλιξη.
Ωστόσο, το αξιοσημείωτο είναι ότι η ίδια στάση καταγράφηκε και σε πολλές ακόμη χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Στο Μεξικό, την Κολομβία, τη Χιλή, το Περού και αλλού, σημαντικό μέρος των φιλάθλων προτίμησε να δει την Ισπανία να σηκώνει το τρόπαιο αντί της Αργεντινής.
Η βασικότερη αιτία είναι η εικόνα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από την εθνική Αργεντινής.
Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύθηκε η πεποίθηση ότι η ομάδα έχει ευνοηθεί από διαιτητικές αποφάσεις και ότι απολαμβάνει ιδιαίτερης μεταχείρισης από τη FIFA.
Παρότι πολλές από αυτές τις αποφάσεις κρίθηκαν ορθές σύμφωνα με τους κανονισμούς, η εντύπωση παρέμεινε ισχυρή και επηρέασε σημαντικά την κοινή γνώμη.
Ο Κολομβιανός κοινωνιολόγος Γκέρμαν Γκόμες θεωρεί ότι η παραδοσιακή «λατινοαμερικανική αλληλεγγύη» έχει πλέον διαρραγεί.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ψηφιακή εποχή έχει ενισχύσει νέες αφηγήσεις, παρουσιάζοντας την Αργεντινή ως το «αγαπημένο παιδί» της FIFA και τον Λιονέλ Μέσι ως τον ποδοσφαιριστή που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη εύνοια από το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό σύστημα.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η πολιτική. Η παρουσία του προέδρου της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε αρκετές χώρες της περιοχής, με αρκετούς φιλάθλους να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν μια νέα ποδοσφαιρική επιτυχία να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο για την κυβέρνησή του.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη παράγοντας, περισσότερο ψυχολογικός.
Η Αργεντινή βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στην κορυφή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, έχοντας κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και το Copa América, ενώ διεκδικεί συνεχώς νέους τίτλους.
Όπως συμβαίνει συχνά στον αθλητισμό, η συνεχής επιτυχία δημιουργεί αντιδράσεις.
Πολλοί ουδέτεροι φίλαθλοι επιλέγουν να στηρίξουν τον αντίπαλο της ομάδας που κυριαρχεί, επιθυμώντας να δουν έναν διαφορετικό πρωταθλητή.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα που συνοδεύει τους Αργεντινούς φιλάθλους δεν βοηθά ιδιαίτερα. Σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής επικρατεί η αντίληψη ότι οι Αργεντινοί αντιμετωπίζουν με υπερβολική αυτοπεποίθηση τις ποδοσφαιρικές επιτυχίες τους, γεγονός που έχει ενισχύσει το στερεότυπο του «ανυπόφορου νικητή».
Ακόμη και η γνωστή διαφημιστική καμπάνια στην Αργεντινή με το σύνθημα «Είμαστε ανυπόφοροι» αξιοποίησε αυτή την εικόνα με σατιρική διάθεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η Λατινική Αμερική γύρισε την πλάτη στην Αργεντινή. Υπήρξαν πολλές φωνές, κυρίως από χώρες της Νότιας Αμερικής, που υποστήριξαν ότι η περιφερειακή ταυτότητα πρέπει να υπερισχύει των αντιπαλοτήτων και ότι μια λατινοαμερικανική ομάδα αξίζει τη στήριξη των γειτόνων της. Ωστόσο, η κυρίαρχη τάση έδειξε το αντίθετο.
Η περίπτωση αυτή επιβεβαιώνει ότι ούτε στην πολιτική ούτε στον αθλητισμό υπάρχουν δεδομένες συμμαχίες. Οι κοινές ρίζες, η γλώσσα και η γεωγραφική εγγύτητα δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν αυτόματη υποστήριξη.
Οι αντιπαλότητες, οι πολιτικές εξελίξεις, η εικόνα που συνοδεύει μια ομάδα και η επιρροή των κοινωνικών δικτύων αποδεικνύονται πολλές φορές ισχυρότερες από κάθε αίσθημα περιφερειακής αλληλεγγύης.
Διαβάστε επίσης:

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ