Την ώρα που το βόρειο ημισφαίριο δοκιμάζεται από ακραία κύματα καύσωνα και θερμοκρασίες-ρεκόρ, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες επιλέγουν να αυξήσουν την παραγωγή ορυκτών καυσίμων, προκαλώντας έντονη κριτική από την επιστημονική κοινότητα και περιβαλλοντικές οργανώσεις.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν εδώ και χρόνια ότι η καύση πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα αποτελεί βασικό παράγοντα της κλιματικής αλλαγής.
Όσο αυξάνεται η χρήση ορυκτών καυσίμων, τόσο ενισχύεται η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας, με τις επιπτώσεις να γίνονται ήδη ορατές σε ακραία καιρικά φαινόμενα, πυρκαγιές και παρατεταμένους καύσωνες.
Παρά τις διεθνείς δεσμεύσεις για περιορισμό των εκπομπών, η πετρελαϊκή βιομηχανία κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου Κλιματικής Μετάβασης του London School of Economics and Political Science (LSE), μεγάλες εταιρείες όπως η Shell, η ExxonMobil και η Chevron σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά μέσο όρο 14% έως το 2030 σε σχέση με τα επίπεδα του 2024.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά την εκτόξευση των κερδών των ενεργειακών κολοσσών, λόγω των υψηλών τιμών πετρελαίου που προκάλεσαν οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή.
Τα αυξημένα έσοδα μεταφράστηκαν σε νέες επενδύσεις για εξορύξεις, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ εταιρειών και κρατών για μεγαλύτερη παραγωγή.
Η πορεία αυτή, ωστόσο, βρίσκεται σε αντίθεση με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα.
Για να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι απαιτείται μείωση της παραγωγής πετρελαίου και περιορισμός νέων έργων εξόρυξης.
Παρά τις αρχικές δεσμεύσεις πολλών εταιρειών για μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας, η στρατηγική τους έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια.
Η αβεβαιότητα γύρω από τις ανανεώσιμες πηγές, το υψηλό κόστος της ενεργειακής μετάβασης και η ισχυρή ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο οδήγησαν αρκετές εταιρείες να περιορίσουν τις πράσινες επενδύσεις και να επιστρέψουν σε πιο παραδοσιακές δραστηριότητες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η βρετανική BP, η οποία είχε παρουσιάσει φιλόδοξα σχέδια για μείωση της παραγωγής υδρογονανθράκων και μεγάλη αύξηση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά στη συνέχεια αναθεώρησε την πορεία της.
Αντίστοιχα, εταιρείες όπως η νορβηγική Equinor και η βραζιλιάνικη Petrobras ενίσχυσαν τους στόχους τους για παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου έως το 2030.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, η επέκταση της παραγωγής συνεχίζεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Η αμερικανική βιομηχανία ορυκτών καυσίμων έχει διατηρήσει ισχυρή πολιτική στήριξη, περιορίζοντας τις πιέσεις για ταχύτερη μείωση των εκπομπών.
Το αποτέλεσμα είναι μια παγκόσμια αντίφαση: ενώ οι θερμοκρασίες αυξάνονται και οι επιστήμονες προειδοποιούν για τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, η ενεργειακή βιομηχανία συνεχίζει να επενδύει στην εξόρυξη περισσότερων ορυκτών καυσίμων. Για πολλούς αναλυτές, η πετρελαϊκή βιομηχανία συνεχίζει να προσθέτει «καύσιμο στη φωτιά» της κλιματικής αλλαγής.
Διαβάστε επίσης:

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ