Η προσφυγή στον Άρειο Πάγο, η επιλογή της χρονικής στιγμής και η αιχμηρή απάντηση Μαρινάκη συνθέτουν ένα εκρηκτικό πολιτικό σκηνικό
Νέα διάσταση αποκτά η υπόθεση των παρακολουθήσεων με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς κατέθεσε αίτηση στον νέο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελο Μπακέλα, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης που αφορά τη δική του, όπως υποστηρίζει, παράνομη παγίδευση.
Στην επιστολή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Αντώνης Σαμαράς χαρακτηρίζει την υπόθεση του Predator ζήτημα μείζονος θεσμικής και εθνικής σημασίας, επισημαίνοντας ότι εγείρονται σοβαρά ερωτήματα τόσο για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών όσο και για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ο πρώην πρωθυπουργός υπενθυμίζει ότι έχει αναδείξει δημόσια το θέμα σε πολλές περιπτώσεις, τόσο από το βήμα της Βουλής όσο και μέσω δημόσιων παρεμβάσεών του, επιμένοντας ότι η υπόθεση δεν μπορεί να παραμείνει, όπως αναφέρει, στο σκοτάδι ή να αποτελέσει αντικείμενο συγκάλυψης.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η παρακολούθηση προσώπων που κατέχουν κορυφαίες θεσμικές θέσεις συνιστά γεγονός εξαιρετικής σοβαρότητας, με προεκτάσεις που αγγίζουν ακόμη και ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Στο πολιτικό παρασκήνιο, σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για μια καλά υπολογισμένη παρέμβαση με σαφές πολιτικό και θεσμικό αποτύπωμα, η οποία έρχεται να προστεθεί στη σειρά δημόσιων παρεμβάσεων του πρώην πρωθυπουργού τους τελευταίους μήνες.
Δεν είναι μόνο ότι ο κ. Σαμαράς ζητά την πλήρη διερεύνηση της παγίδευσής του με το Predator. Είναι κυρίως ότι επιλέγει να επαναφέρει την υπόθεση ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση θεωρούσε πως το κεφάλαιο των υποκλοπών είχε ουσιαστικά κλείσει πολιτικά και δικαστικά.
Και αυτό είναι που προκαλεί τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η επιλογή του χρόνου μόνο τυχαία δεν θεωρείται
Η αίτηση του πρώην πρωθυπουργού κατατέθηκε λίγες μόλις ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα.
Πρόκειται για μια λεπτομέρεια που μόνο αδιάφορη δεν περνά στα πολιτικά και δικαστικά γραφεία.
Η αλλαγή στην κορυφή της Εισαγγελίας δημιουργεί ένα εντελώς νέο θεσμικό περιβάλλον, την ώρα που ήδη εκκρεμούν αιτήματα για την ανάσυρση της δικογραφίας των υποκλοπών, τόσο από τον πρώην υπουργό Χρήστο Σπίρτζη όσο και από εκπροσώπους θυμάτων των παρακολουθήσεων.
Με την παρέμβασή του, ο Αντώνης Σαμαράς δεν ζητά απλώς να ερευνηθεί η δική του περίπτωση. Στην πράξη προσθέτει το πολιτικό βάρος ενός πρώην πρωθυπουργού στα αιτήματα για επανεξέταση μιας υπόθεσης που είχε οδηγηθεί στο αρχείο, αυξάνοντας αναπόφευκτα την πίεση προς τη Δικαιοσύνη.
Δεν είναι τυχαίο ότι νομικοί κύκλοι χαρακτηρίζουν την κίνηση «θεσμικά βαρύνουσα», καθώς πλέον το αίτημα δεν προέρχεται από έναν ακόμη πολίτη, αλλά από έναν πρώην πρωθυπουργό που δηλώνει δημόσια ότι υπήρξε στόχος παράνομου λογισμικού παρακολούθησης.
Το Μαξίμου απαντά με ειρωνεία, αλλά αποφεύγει την ουσία
Η αντίδραση της κυβέρνησης είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ο Παύλος Μαρινάκης δεν επέλεξε τη σιωπή. Ούτε όμως μπήκε στην ουσία της υπόθεσης.
Αντίθετα, χρησιμοποίησε μία από τις πιο αιχμηρές πολιτικές ατάκες των τελευταίων μηνών, παρομοιάζοντας τις δημόσιες παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά με τις τηλεοπτικές επαναλήψεις του… «Ρετιρέ».
Η αναφορά δεν ήταν τυχαία.
Στο κυβερνητικό επιτελείο επιχειρούν να περάσουν το μήνυμα ότι οι συνεχείς δημόσιες παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού δεν παράγουν πλέον πολιτικό αποτέλεσμα και ότι περισσότερο θυμίζουν επανάληψη γνωστού έργου παρά νέα πολιτική πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, όμως, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέφυγε επιμελώς να σχολιάσει το περιεχόμενο της προσφυγής.
Η επίσημη κυβερνητική γραμμή περιορίστηκε στη διατύπωση ότι «για κάθε προσφυγή πολίτη στη Δικαιοσύνη αποφασίζει η Δικαιοσύνη», χωρίς καμία αναφορά στις αιτιάσεις Σαμαρά ή στο ενδεχόμενο νέας έρευνας.
Αυτή η διπλή στάση μόνο απαρατήρητη δεν πέρασε.
Από τη μία η πολιτική ειρωνεία, από την άλλη η θεσμική ουδετερότητα.
Ένα ακόμη επεισόδιο στη διαρκή απόσταση Σαμαρά – Μαξίμου
Όσοι παρακολουθούν τις εσωκομματικές ισορροπίες στη Νέα Δημοκρατία εκτιμούν ότι η υπόθεση Predator δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός.
Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική δημόσιας παρουσίας του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος τους τελευταίους μήνες έχει επιλέξει να παρεμβαίνει σχεδόν σε κάθε κρίσιμο ζήτημα: από τα ελληνοτουρκικά, την ευρωπαϊκή άμυνα και τη στάση απέναντι στην Τουρκία, μέχρι την εξωτερική πολιτική, τη λειτουργία των θεσμών και πλέον ξανά τις υποκλοπές.
Η κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, δείχνει να επιδιώκει να αποφύγει μια ευθεία σύγκρουση με έναν πρώην αρχηγό της παράταξης.
Ωστόσο, κάθε νέα παρέμβαση του κ. Σαμαρά καθιστά αυτή την ισορροπία ολοένα και πιο δύσκολη.
Κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ιδιωτικά ότι το πολιτικό βάρος ενός πρώην πρωθυπουργού δεν επιτρέπει εύκολες διαχειριστικές λύσεις. Η επιλογή της ειρωνικής απάντησης μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου δείχνει ότι το Μαξίμου δεν σκοπεύει πλέον να αφήνει αναπάντητες τις αιχμές.
Το βλέμμα πλέον στον Άρειο Πάγο
Το επόμενο κεφάλαιο δεν θα γραφτεί στην πολιτική σκηνή αλλά στη Δικαιοσύνη.
Ο νέος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καλείται να αποφασίσει εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να επανεξεταστεί μια υπόθεση που έχει προκαλέσει βαθύ πολιτικό αποτύπωμα τα τελευταία χρόνια.
Η απόφασή του θα έχει αναμφίβολα νομική σημασία.
Θα έχει όμως και πολιτικές συνέπειες.
Γιατί, είτε η υπόθεση παραμείνει στο αρχείο είτε ανοίξει ξανά, είναι πλέον σαφές ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν δείχνει διατεθειμένος να αποσυρθεί από το δημόσιο πεδίο. Αντίθετα, επιλέγει να παρεμβαίνει θεσμικά και πολιτικά, επαναφέροντας διαρκώς ζητήματα που η κυβέρνηση θα προτιμούσε να έχουν κλείσει.
Και αυτό, ίσως, είναι το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα της χθεσινής του κίνησης.
Διαβάστε επίσης: Σαμαράς κατά Μπακογιάννη μέσω TikTok: «17 χρόνια, ακόμα να συνέλθει;»

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ