Η Τράπεζα του Καναδά διατήρησε τα επιτόκια στο 2,25%, αλλά προειδοποιεί ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας και οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε νέες αυξήσεις
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες γεωπολιτικές εντάσεις και αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις, η Τράπεζα του Καναδά επέλεξε να διατηρήσει αμετάβλητο το βασικό της επιτόκιο στο 2,25%, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις των αγορών και των περισσότερων οικονομολόγων.
Πρόκειται για την πέμπτη συνεχόμενη συνεδρίαση κατά την οποία η κεντρική τράπεζα δεν προχωρά σε αλλαγή της νομισματικής πολιτικής της, επιλέγοντας να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις πριν λάβει νέα μέτρα.
Ωστόσο, πίσω από τη φαινομενική σταθερότητα κρύβεται ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας δημιουργούν νέους πονοκεφάλους για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Ο πόλεμος ανεβάζει το πετρέλαιο, αλλά όχι ακόμη τον γενικό πληθωρισμό
Η σημαντικότερη ανησυχία της Τράπεζας του Καναδά αφορά τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ενεργειακή κρίση στον πληθωρισμό.
Η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών των καυσίμων, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και επιβαρύνοντας τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Παρά τις αυξήσεις αυτές, η κεντρική τράπεζα εκτιμά ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις πως οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας μεταφέρονται μαζικά στο σύνολο της οικονομίας.
Με άλλα λόγια, η αύξηση του κόστους στα πρατήρια καυσίμων δεν έχει ακόμη προκαλέσει ένα γενικευμένο κύμα ανατιμήσεων σε αγαθά και υπηρεσίες.
Η διαπίστωση αυτή επέτρεψε στους υπεύθυνους της νομισματικής πολιτικής να αποφύγουν μια άμεση αύξηση των επιτοκίων.
Το δίλημμα της κεντρικής τράπεζας
Ο διοικητής της Τράπεζας του Καναδά, Tiff Macklem, παραδέχθηκε ότι η σημερινή συγκυρία δημιουργεί ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες.
Από τη μία πλευρά, η αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Από την άλλη, θα επιβράδυνε περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και θα αύξανε το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Αντίθετα, μια πιο χαλαρή νομισματική πολιτική θα μπορούσε να στηρίξει την ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα θα αύξανε τον κίνδυνο να παγιωθεί ο πληθωρισμός σε υψηλότερα επίπεδα.
Για τον λόγο αυτό, η Τράπεζα του Καναδά επέλεξε προς το παρόν να παραμείνει σε στάση αναμονής, εκτιμώντας ότι η διατήρηση των επιτοκίων στο σημερινό επίπεδο εξισορροπεί τους κινδύνους.
Πληθωρισμός κοντά στο 3% και αυστηρή προειδοποίηση
Παρότι η απόφαση θεωρήθηκε ουδέτερη, το μήνυμα της κεντρικής τράπεζας μόνο καθησυχαστικό δεν ήταν.
Ο Μάκλεμ ξεκαθάρισε ότι η Τράπεζα του Καναδά δεν θα επιτρέψει στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας να μετατραπούν σε μόνιμο πληθωριστικό πρόβλημα.
Η κεντρική τράπεζα εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί κοντά στο 3% τους επόμενους μήνες, πριν επιστρέψει σταδιακά προς τον στόχο του 2%.
Ωστόσο, αν οι ανατιμήσεις αρχίσουν να επηρεάζουν ευρύτερα την οικονομία και τις προσδοκίες των καταναλωτών, η Τράπεζα του Καναδά άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και διαδοχικών αυξήσεων επιτοκίων.
Η δήλωση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποτελεί σαφές μήνυμα προς τις αγορές ότι η μάχη κατά του πληθωρισμού δεν έχει ακόμη κερδηθεί.
Αγορά εργασίας και οικονομική επιβράδυνση
Η εικόνα της καναδικής οικονομίας παραμένει μικτή.
Από τη μία πλευρά, η ανεργία υποχώρησε τον Μάιο στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά εργασίας διατηρεί αντοχές.
Από την άλλη πλευρά, η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι τα στοιχεία παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις και ότι συνολικά η οικονομική δραστηριότητα δεν έχει εμφανίσει ουσιαστική επιτάχυνση από τις αρχές του έτους.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η οικονομία κινείται με χαμηλότερες ταχύτητες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολες τις αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής.
Η μεγάλη αβεβαιότητα λέγεται USMCA
Πέρα από τον πληθωρισμό και τις τιμές της ενέργειας, ένα ακόμη ζήτημα προβληματίζει έντονα την Τράπεζα του Καναδά.
Πρόκειται για την επικείμενη επανεξέταση της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Καναδά, Ηνωμένων Πολιτειών και Μεξικού, γνωστής ως USMCA.
Η συμφωνία αποτελεί τη βάση των εμπορικών σχέσεων της Βόρειας Αμερικής και οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους της θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη του Καναδά.
Ο Μάκλεμ προειδοποίησε ότι ενδεχόμενοι νέοι εμπορικοί περιορισμοί από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε μείωση επιτοκίων, προκειμένου να στηριχθεί η οικονομία.
Τι περιμένουν οι αγορές
Η πλειονότητα των οικονομολόγων εκτιμά ότι η Τράπεζα του Καναδά θα διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα έως το τέλος του έτους.
Ωστόσο, οι χρηματοπιστωτικές αγορές εξακολουθούν να αποτιμούν το ενδεχόμενο μίας αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης προς το τέλος του 2026, εφόσον οι ενεργειακές πιέσεις συνεχιστούν και ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο επίμονος από τις σημερινές προβλέψεις.
Η στάση της κεντρικής τράπεζας δείχνει ότι ο Καναδάς βρίσκεται σε μια λεπτή ισορροπία. Η οικονομία χρειάζεται στήριξη για να διατηρήσει την ανάπτυξή της, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αγνοήσει τον κίνδυνο μιας νέας πληθωριστικής έξαρσης που θα υπονόμευε την αγοραστική δύναμη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Διαβάστε επίσης: Τράπεζα του Καναδά: Στο 2,75% τα επιτόκια έως το 2027;

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ