Στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 30%, έναντι 17% του Αλέξη Τσίπρα.
Η νέα δημοσκόπηση της Pulse, που παρουσιάστηκε στο κεντρικό δελτίο του ΣΚΑΪ, καταγράφει σαφές προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και σημαντικές ανακατατάξεις μετά την εμφάνιση των νέων κομματικών σχηματισμών του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού.
Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο 29,5%, διατηρώντας προβάδισμα 14 μονάδων από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, την ΕΛΑΣ, που καταγράφεται στο 15,5%. Το ΠΑΣΟΚ υποχωρεί στην τρίτη θέση με 11,5%, έχοντας προβάδισμα μόλις μισής μονάδας από την «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μέτρησης, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει απώλειες δύο μονάδων σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα της Pulse, ενώ αντίστοιχη πτώση καταγράφει και η Ελληνική Λύση. Η Πλεύση Ελευθερίας χάνει τρεις μονάδες, ενώ το ΚΚΕ εμφανίζει μικρότερες απώλειες και βρίσκεται στο 7%.
Στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 30%, έναντι 17% του Αλέξη Τσίπρα. Ο Νίκος Ανδρουλάκης καταγράφεται μόλις στο 7%, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από εκείνο του κόμματός του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα ευρήματα για τις δεξαμενές ψηφοφόρων. Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να απορροφά το 55% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του Ιουνίου 2023, ενώ αντλεί επίσης από το ΚΚΕ, το ΠΑΣΟΚ και σε μικρότερο βαθμό από τη Νέα Δημοκρατία.
Από την άλλη πλευρά, η «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού εμφανίζει μεγαλύτερη απήχηση σε πολίτες που δεν αυτοπροσδιορίζονται πολιτικά, αλλά και σε τμήματα ψηφοφόρων της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ.
Η δημοσκόπηση καταγράφει επίσης ότι μπαίνουν στη Βουλή η Φωνή Λογικής και το ΜεΡΑ25, ενώ η συζήτηση για ενδεχόμενο «κόμμα Σαμαρά» δείχνει περιορισμένη δυναμική, με τη σίγουρη ψήφο να παραμένει στο 3%.
Στο πεδίο των κυβερνητικών συνεργασιών, το 54% των ψηφοφόρων της ΝΔ δηλώνει ότι θέλει συμμετοχή του κόμματος σε κυβέρνηση μόνο εφόσον είναι αυτοδύναμο, ενώ στο ΠΑΣΟΚ, στο κόμμα Τσίπρα και στην «Ελπίδα» εμφανίζονται μεγαλύτερα ποσοστά αποδοχής κυβερνητικής συμμετοχής ακόμη και χωρίς τον ρόλο του ισχυρού εταίρου.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ