Τραμπ και αμερικανικοί κολοσσοί στο Πεκίνο: Η «dream team» της Wall Street και της Silicon Valley δίπλα στον Σι Τζινπίνγκ
Η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο αυτή την εβδομάδα δεν θυμίζει μια συνηθισμένη διπλωματική αποστολή. Περισσότερο μοιάζει με επίδειξη οικονομικής ισχύος και πολιτικής επιρροής, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος μεταβαίνει στην κινεζική πρωτεύουσα έχοντας δίπλα του μερικά από τα πιο ισχυρά ονόματα της Wall Street, της Silicon Valley και της αμερικανικής βιομηχανίας.
Η εικόνα του Έλον Μασκ, του Τιμ Κουκ, του Λάρι Φινκ και άλλων κορυφαίων CEOs να συνοδεύουν τον Τραμπ στη σημαντικότερη ίσως σύνοδο ΗΠΑ-Κίνας των τελευταίων ετών αποτυπώνει κάτι βαθύτερο: παρά τη γεωπολιτική σύγκρουση, τον εμπορικό πόλεμο και τη μάχη για την τεχνολογική κυριαρχία, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη παραμένουν αλληλοεξαρτώμενες.
Η αμερικανική αποστολή περιλαμβάνει επιχειρηματίες που εκπροσωπούν εταιρείες με τεράστια επιρροή στην παγκόσμια οικονομία και βαθιά έκθεση στην κινεζική αγορά. Η Tesla του Μασκ εξαρτά σημαντικό μέρος της παραγωγής και των πωλήσεών της από την Κίνα. Η Apple του Τιμ Κουκ διατηρεί εκεί κρίσιμες γραμμές παραγωγής και εφοδιαστικές αλυσίδες. Η BlackRock του Λάρι Φινκ επιδιώκει διαρκώς μεγαλύτερη πρόσβαση στο κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Μαζί τους ταξιδεύουν επίσης κορυφαία στελέχη της Blackstone, της Citigroup, της Goldman Sachs, της Mastercard, της Visa, της Qualcomm, της Micron Technology και άλλων επιχειρηματικών κολοσσών που γνωρίζουν πως η σχέση με το Πεκίνο δεν αποτελεί απλώς θέμα εμπορίου αλλά ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης.
Η σύνθεση της αποστολής αποκαλύπτει ότι ο Τραμπ επιχειρεί να μετατρέψει τη σύνοδο με τον Σι Τζινπίνγκ σε μια συνολική διαπραγμάτευση οικονομικής ισχύος, όπου η αμερικανική επιχειρηματική ελίτ λειτουργεί ως πολιτικό και διπλωματικό εργαλείο πίεσης.
Η μάχη για εμπόριο, τεχνολογία και τεχνητή νοημοσύνη
Η συνάντηση Τραμπ-Σι πραγματοποιείται σε μια από τις πιο εύθραυστες φάσεις των σχέσεων Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Οι εμπορικές συγκρούσεις, οι δασμοί, οι περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων chips και η μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη έχουν μετατρέψει τη σχέση των δύο χωρών σε ένα σύνθετο πεδίο οικονομικού ανταγωνισμού και γεωπολιτικής αναμέτρησης.
Στην ατζέντα της συνόδου κυριαρχούν τα θέματα του εμπορίου, της τεχνολογίας, της ενεργειακής ασφάλειας, της Ταϊβάν αλλά και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και το Ιράν.
Ο Τραμπ επιδιώκει να επιστρέψει από το Πεκίνο με μια σειρά εμπορικών δεσμεύσεων και συμφωνιών που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως επιτυχία της στρατηγικής του απέναντι στην Κίνα. Ταυτόχρονα όμως, γνωρίζει ότι η αμερικανική οικονομία δεν μπορεί εύκολα να αποσυνδεθεί πλήρως από τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που στο πλευρό του βρίσκονται επιχειρηματίες που έχουν τεράστια συμφέροντα στην κινεζική οικονομία αλλά ταυτόχρονα ανησυχούν για το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων.
Η παρουσία των CEOs λειτουργεί επίσης ως μήνυμα προς το Πεκίνο ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν επιθυμεί πλήρη οικονομική ρήξη, αλλά έναν νέο συσχετισμό ισχύος όπου οι ΗΠΑ θα διατηρούν την τεχνολογική και χρηματοπιστωτική υπεροχή.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί πάντως η απουσία του Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia, σε μια περίοδο όπου η εταιρεία βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας μάχης για τα chips και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η Nvidia αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας ψυχροπολεμικής σύγκρουσης ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο, καθώς οι αμερικανικοί περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών έχουν μετατραπεί σε βασικό εργαλείο πίεσης απέναντι στην Κίνα.
Απουσίες καταγράφονται επίσης από εταιρείες όπως η Alphabet, η Disney και η General Motors, γεγονός που ερμηνεύεται από αναλυτές ως ένδειξη ότι η αμερικανική επιχειρηματική κοινότητα παραμένει διχασμένη για το πώς πρέπει να διαχειριστεί τη νέα εποχή ανταγωνισμού με το Πεκίνο.
Η πραγματική αγωνία των αμερικανικών πολυεθνικών πίσω από τη διπλωματία
Πίσω από τις επίσημες δηλώσεις περί «διαλόγου» και «συνεννόησης» κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα για τις αμερικανικές πολυεθνικές.
Για πολλές από τις εταιρείες που συμμετέχουν στην αποστολή, η Κίνα παραμένει ταυτόχρονα τεράστια αγορά, βασικός παραγωγικός κόμβος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Οι αμερικανικοί κολοσσοί γνωρίζουν ότι μια πλήρης οικονομική αποσύνδεση ΗΠΑ – Κίνας θα προκαλούσε τεράστιες αναταράξεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, στις αγορές και στην τεχνολογική βιομηχανία.
Η δήλωση της CEO της Citigroup, Τζέιν Φρέιζερ, ότι «ο κόσμος χρειάζεται αυτή τη συνεννόηση», αποτυπώνει ακριβώς αυτή την αγωνία του διεθνούς επιχειρηματικού κόσμου.
Οι μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες επιχειρούν ουσιαστικά να προστατεύσουν την πρόσβασή τους στην κινεζική οικονομία, χωρίς όμως να βρεθούν απέναντι στη σκληρή γραμμή της Ουάσιγκτον για τον περιορισμό της κινεζικής τεχνολογικής και γεωπολιτικής επιρροής.
Η αποστολή στο Πεκίνο αποκαλύπτει επίσης μια νέα πραγματικότητα: οι μεγάλες πολυεθνικές δεν λειτουργούν πλέον απλώς ως επιχειρήσεις αλλά ως παράγοντες διεθνούς ισχύος, που επηρεάζουν διπλωματία, στρατηγική και γεωπολιτικές ισορροπίες.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ισχυρό μήνυμα αυτής της επίσκεψης. Ότι στην εποχή της σύγκρουσης ΗΠΑ-Κίνας, η οικονομία, η τεχνολογία και η γεωπολιτική έχουν πλέον συγχωνευθεί σε ένα ενιαίο πεδίο παγκόσμιας εξουσίας.
Διαβάστε επίσης: Συνάντηση με Τραμπ: “Το Πεκίνο θα επιδιώξει «περισσότερη σταθερότητα» στις διεθνείς σχέσεις”

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ