Από τον Τσαρούχη στον Ζακ Κωστόπουλο: Η ελληνική συμμετοχή στη Μπιενάλε Βενετίας που προκαλεί πολιτικό διάλογο
Με μια εγκατάσταση που μοιάζει περισσότερο με πολιτικό και ψυχολογικό λαβύρινθο παρά με συμβατική έκθεση τέχνης, η Ελλάδα άνοιξε επίσημα το εθνικό της περίπτερο στην 61η Μπιενάλε της Βενετίας, επιχειρώντας να τοποθετηθεί στο επίκεντρο μιας διεθνούς συζήτησης για την ταυτότητα, τη μνήμη, την εικόνα και την εξουσία στην εποχή του ψηφιακού καπιταλισμού.
Το «Escape Room» του διεθνώς αναγνωρισμένου εικαστικού και αρχιτέκτονα Ανδρέα Αγγελιδάκη, σε επιμέλεια του Γιώργου Μπεκιράκη και με εθνικό επίτροπο το MOMUS, δεν είναι μια εύκολη ή «ασφαλής» πρόταση. Και αυτό φαίνεται πως ήταν εξαρχής ο στόχος.
Το ελληνικό περίπτερο μετατράπηκε σε ένα πυκνό, σχεδόν ασφυκτικό περιβάλλον γεμάτο αρχιτεκτονικά θραύσματα, εικόνες, βίντεο, πολιτισμικά σύμβολα, ιστορικές αναφορές και «σουβενίρ» ελληνικής μνήμης, συνθέτοντας ένα σύγχρονο πλατωνικό σπήλαιο όπου η πραγματικότητα, η προπαγάνδα και η συλλογική ταυτότητα μπλέκονται διαρκώς μεταξύ τους.
Στο κέντρο της εγκατάστασης δεσπόζει μια φυλακισμένη κάμερα παρακολούθησης που κινηματογραφεί ασταμάτητα τον ίδιο της τον εαυτό. Μια εικόνα σχεδόν εφιαλτική για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η ψηφιακή εποχή της επιτήρησης, της αυτοπροβολής και της συνεχούς αναπαραγωγής εικόνων.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία του έργου.
Το «Escape Room» δεν προσπαθεί να εξηγήσει την Ελλάδα. Προσπαθεί να δείξει πώς η Ελλάδα -όπως και ολόκληρη η σύγχρονη κοινωνία- παγιδεύεται μέσα σε μηχανισμούς εικόνας, ιστορίας και ιδεολογίας που αναπαράγονται ασταμάτητα.

Από τον Εμφύλιο και τον Τσαρούχη μέχρι τον Ζακ Κωστόπουλο
Η εγκατάσταση του Αγγελιδάκη λειτουργεί σαν ένα διαρκές πέρασμα ανάμεσα σε εποχές, τραύματα και πολιτισμικές συγκρούσεις.
Ο επισκέπτης συναντά αναφορές στον Εμφύλιο Πόλεμο και στη χρονιά που η Ελλάδα δεν συμμετείχε στη Μπιενάλε, όταν η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ νοίκιασε το ελληνικό περίπτερο για να παρουσιάσει έργα κυβιστών και σουρεαλιστών που τότε αντιμετωπίζονταν ως εικόνες αντιφασιστικής τέχνης.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, εμφανίζονται θραύσματα μνήμης αφιερωμένα στη Βάσω Κατράκη, στον Γιάννη Τσαρούχη, στη Μαρία Μπέικου αλλά και στον Ζακ Κωστόπουλο — ονόματα που κουβαλούν διαφορετικά φορτία πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής σύγκρουσης μέσα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Το αποτέλεσμα θυμίζει ένα ιδιότυπο πολιτικό παζλ όπου τίποτα δεν παρουσιάζεται γραμμικά ή «καθαρά».
Αντίθετα, όλα μοιάζουν να συγκρούονται μεταξύ τους: η εθνική αφήγηση με την αμφισβήτησή της, η μνήμη με την εμπορευματοποίηση, η ιστορία με τη διαδικτυακή υπερκατανάλωση εικόνων.
Ο ίδιος ο Αγγελιδάκης το περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο, λέγοντας ότι το εθνικό περίπτερο «χωρίζεται στα δύο: στο εθνικό και στο περίπτερο», σαν ένας μηχανισμός που θυμίζει τις αλληγορίες του Πλάτωνα στο «Συμπόσιο».
Στην πραγματικότητα, το έργο μοιάζει να σχολιάζει ακριβώς αυτή τη βαθιά αντίφαση της σύγχρονης Ελλάδας. Mια χώρα που προσπαθεί διαρκώς να παρουσιάσει μια συνεκτική εικόνα του εαυτού της, ενώ στο εσωτερικό της συνυπάρχουν μνήμη, τραύμα, τουριστική βιτρίνα, πολιτική σύγκρουση και ψηφιακή υπερβολή.

Η Ελλάδα της πολιτιστικής εξωστρέφειας και το νέο στοίχημα της Μπιενάλε
Η φετινή ελληνική συμμετοχή στη Βενετία δείχνει και κάτι ακόμη: την προσπάθεια του ελληνικού πολιτιστικού μηχανισμού να αποκτήσει πιο αιχμηρή διεθνή παρουσία.
Το Υπουργείο Πολιτισμού, το MOMUS και το Ίδρυμα Ωνάση επένδυσαν εμφανώς σε μια πρόταση που δεν ακολουθεί τη λογική της «εύκολης» εθνικής εκπροσώπησης αλλά επιδιώκει να προκαλέσει διεθνή διάλογο.
Και αυτό αποτυπώθηκε και στις δηλώσεις του υφυπουργού Πολιτισμού Ιάσονα Φωτήλα, ο οποίος στάθηκε ιδιαίτερα στο οργανωτικό και τεχνικό παρασκήνιο της ελληνικής συμμετοχής, τονίζοντας ότι η ουσιαστική δουλειά είναι αυτή που «δεν φαίνεται» και επιτρέπει στο έργο να λειτουργήσει χωρίς περιορισμούς.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του MOMUS Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος μίλησε για ένα «φιλόδοξο εγχείρημα» που στόχο έχει να προσφέρει στους επισκέπτες μια εμπειρία «που αγγίζει κάτι ουσιαστικό».
Και ίσως εκεί κρύβεται το μεγάλο στοίχημα της φετινής ελληνικής παρουσίας.
Γιατί το «Escape Room» δεν είναι μια έκθεση που ζητά απλώς να τη δεις. Ζητά να χαθείς μέσα της.

Ο ίδιος ο επιμελητής της εγκατάστασης, Γιώργος Μπεκιράκης, περιέγραψε το έργο σαν μια αναλογία της ζωής «υπό τη σκιά του καπιταλισμού», μέσα σε ένα «βαθύ σκοτεινό σπήλαιο» εικόνων, οθονών και αδιάκοπης ψηφιακής προσοχής.
Και σε μια εποχή όπου η τέχνη προσπαθεί όλο και περισσότερο να επιβιώσει ανάμεσα στην πολιτική, την αγορά και την υπερπληροφόρηση, η ελληνική συμμετοχή στη Βενετία μοιάζει να λέει κάτι αρκετά ξεκάθαρο:
Το πραγματικό escape room ίσως να μην είναι το περίπτερο.
Ίσως να είναι η ίδια η εποχή μας.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ