Η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Κάθι Χόκουλ, και ο δήμαρχος της πόλης Ζοράν Μαμντάνι, προωθούν την επιβολή νέου φόρου σε δευτερεύουσες κατοικίες η αξία των οποίων υπερβαίνει τα 5 εκατομμύρια δολάρια.
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μια σημαντική στροφή για την κυβερνήτη Χόκουλ, η οποία στο παρελθόν είχε εκφράσει αντιρρήσεις για την αύξηση της φορολογίας, ειδικά ενόψει της προεκλογικής της εκστρατείας. Ωστόσο η ίδια αιτιολόγησε την απόφασή της δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως όποιος διαθέτει την οικονομική δυνατότητα για μια πολυτελή δευτερεύουσα κατοικία που παραμένει κενή το μεγαλύτερο μέρος του έτους, οφείλει να συνεισφέρει στα δημόσια έσοδα όπως κάθε άλλος Νεοϋορκέζος.
Η πρωτοβουλία αυτή αποτελούσε κεντρική προεκλογική δέσμευση του σοσιαλδημοκράτη δημάρχου Μαμντάνι, ο οποίος εξελέγη με την υπόσχεση να φορολογήσει τον πλούτο προκειμένου να καταστήσει την πόλη πιο προσιτή οικονομικά για τους λιγότερο προνομιούχους κατοίκους. Στην επίσημη ανακοίνωση του δημαρχείου, κατονομάζονται ως παραδείγματα ιδιοκτήτες ακινήτων όπως ο Κεν Γκρίφιν, ιδρυτής της Citadel, ο οποίος το 2019 είχε καταρρίψει κάθε ρεκόρ αγοράς ακινήτου στις ΗΠΑ, καταβάλλοντας 238 εκατομμύρια δολάρια για ένα ρετιρέ με θέα στο Σέντραλ Παρκ.
Από την πλευρά του, ο Γκρίφιν έχει ασκήσει δριμεία κριτική στις πολιτικές Μαμντάνι, ενώ η Citadel δεν έχει τοποθετηθεί ακόμη επίσημα για τη νέα φορολογική πρόταση.
Εάν εφαρμοστεί το μέτρο, η Νέα Υόρκη θα ακολουθήσει το παράδειγμα χωρών όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς, που ήδη επιβάλλουν φόρους σε μη κύριες κατοικίες.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του δημαρχείου, ο φόρος αναμένεται να αποφέρει περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, συμβάλλοντας καθοριστικά στο κλείσιμο της «μαύρης τρύπας» στον προϋπολογισμό της πόλης. Αν και δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη το ακριβές ύψος της ετήσιας επιβάρυνσης, η δημοτική αρχή ξεκαθάρισε ότι ο στόχος είναι η παγκόσμια ελίτ και οι υπερπλούσιοι που χρησιμοποιούν τα ακίνητα της Νέας Υόρκης ως μέσο αποθήκευσης πλούτου και όχι ως πραγματικές κατοικίες.
Πηγή: reuters

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ