Οι ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας βιώνουν νέες έντονες πιέσεις, μετά τις πρόσφατες επιθέσεις σε κομβικές υποδομές στον Κόλπο.
Οι επιθέσεις σε εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στο Ιράν (South Pars) και στη βιομηχανική περιοχή Ras Laffan στο Κατάρ, που φιλοξενούν τη μεγαλύτερη μονάδα εξαγωγής LNG παγκοσμίως, δημιούργησαν ανησυχίες για περιορισμένη παγκόσμια προσφορά καυσίμων.
Στην Ευρώπη, η χονδρική τιμή του φυσικού αερίου εκτινάχθηκε πάνω από 72 €/MWh, από περίπου 32 €/MWh στα τέλη Φεβρουαρίου, ενώ η τιμή του αργού Brent ξεπέρασε προσωρινά τα 118 $/βαρέλι, σημειώνοντας αύξηση άνω του 56%. Αυτές οι ανατιμήσεις αντικατοπτρίζονται στην λιανική αγορά: η αμόλυβδη αυξήθηκε κατά 10,4% και το ντίζελ κατά 19,7% σε διάστημα δύο εβδομάδων, με αντίστοιχες αυξήσεις και στην Ελλάδα.
Η Ευρώπη, που παράγει περιορισμένες ποσότητες υδρογονανθράκων και καλύπτει το 57% των ενεργειακών αναγκών της μέσω εισαγωγών, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε τέτοιες διαταραχές. Μικρές χώρες, όπως η Μάλτα και το Λουξεμβούργο, βασίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εισαγόμενη ενέργεια.
Στην πρόσφατη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης απηύθυνε κάλεσμα για διακοπή των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές και τόνισε την ανάγκη συντονισμένης ευρωπαϊκής δράσης.
Στόχος είναι η προστασία των καταναλωτών, ειδικά των πιο αδύναμων, και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η κρίση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για εθνικές και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ώστε η Ευρώπη να μπορεί να αντιμετωπίζει τις εξωγενείς πληθωριστικές πιέσεις και να εξασφαλίζει σταθερές προμήθειες ενέργειας για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΤΕ ΜΑΣ